Καρκίνος Του Νεφρού

Ο καρκίνος του νεφρού είναι μία ασθένεια στην οποία κακοήθη κύτταρα εμφανίζονται στα νεφρικά σωληνάρια. Ο νεφροκυτταρικός καρκίνος (αλλιώς λέγεται καρκίνος του νεφρού ή αδενοκαρκίνωμα) είναι μία πάθηση στην οποία κακοήθη κύτταρα εμφανίζονται στα νεφρικά σωληνάρια. Υπάρχουν 2 νεφροί δεξιά και αριστερά της σπονδυλικής στήλης στο ύψος της οσφυϊκής μοίρας. Τα νεφρικά σωληνάρια που υπάρχουν στους νεφρούς φιλτράρουν το αίμα και το καθαρίζουν, απομακρύνοντας άχρηστες ουσίες μέσω των ούρων. Τα ούρα περνούν από τον κάθε νεφρό στην ουροδόχο κύστη μέσω ενός μακρύ σωλήνα που ονομάζεται ουρητήρας. Η ουροδόχος κύστη αποθηκεύει τα ούρα μέχρι να αποβληθούν από το σώμα. Ο καρκίνος που ξεκινά από τους ουρητήρες και την νεφρική πύελο ( τμήμα του νεφρού που συλλέγει τα ούρα και τα οδηγεί στους ουρητήρες) είναι διαφορετικός από τον καρκίνου του νεφρού.

 

Εικόνα 1.Η φυσιολογική ανατομία των νεφρών των ουρητήρων και της ουροδόχου κύστεως.

Παραγοντες Κινδύνου

Οι παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του νεφρού περιλαμβάνουν:

  1. Η ηλικία. Με την πάροδο της ηλικίας αυξάνεται ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του νεφρού.
  2. Το κάπνισμα. Οι καπνιστές έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του νεφρού σε σχέση με τους μη καπνιστές.
  3. Παχυσαρκία. Οι παχύσαρκοι κινδυνεύουν περισσότερο να αναπτύξουν καρκίνο του νεφρού, από τους νορμοβαρείς.
  4. Η υπέρταση.Αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του νεφρού.
  5. Θεραπεία χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας. Ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιάλύση, για μακρό χρονικό διάστημα, έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του νεφρού.
  6. Νόσος VonHippel – Lindau. Άτομα με την εν λόγω κληρονομική ανωμαλία, αναπτύσσουν σε σημαντικό αριθμό καρκίνο του νεφρού.
  7. Κληρονομικό θηλώδες νεφρικό καρκίνωμα. Όσοι έχουν αυτή την κληρονομική παθολογική κατάσταση ,έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του νεφρού.
  8. Η λήψη συγκεκριμένων αναλγητικών φαρμάκων, για μεγάλο χρονικό διάστημα.

 

Συμπτώματα

Πιθανά συμπτώματα του καρκίνου του νεφρού περιλαμβάνουν την αιματουρία και ψηλαφητη μάζα στην κοιλιακή χώρα. Αυτά και άλλα συμπτώματα μπορούν να προκληθούν απ τον καρκίνο του νεφρού. Ακόμα και διαφορετικές καταστάσεις μπορούν να προκαλέσουν τα ίδια συμπτώματα. Σε αρχικά στάδια μπορεί να μην υπάρχουν συμπτώματα. Τα συμπτώματα εμφανίζονται καθώς ο όγκος αυξάνει σε μέγεθος.

1.Αίμα στα ούρα

2.Μάζα στην κοιλιά

3. Πόνο στην οσφύ που δεν υποχωρεί

4.Ανορεξία

5.Απώλεια βάρους χωρίς αιτία

6.Αναιμία

7.Διαλείπων πυρετός

 

Πώς διαγιγνώσκεται ο καρκίνος του νεφρού;

Φυσική εξέταση και ιστορικό: Κλινική εξέταση του ασθενούς για ανεύρεση σημείων και συμπτωμάτων οπως μια μάζα ή οτιδήποτε άλλο φαίνεται μη φυσιολογικό. Πρέπει να ληφθεί ένα λεπτομερές ιστορικό των συνηθειών του ασθενή, των ασθενειών που έχει περάσει καθώς και των θεραπειών που έχει λάβει.

Εξέταση υπερήχων κοιλίας: Είναι μια διαδικασία κατά την οποία υψηλής συχνότητας κύματα αντανακλώνται από τους εσωτερικούς ιστούς και δημιουργούν εικόνες που απεικονίζουν την ανατομική μορφολογία των οργάνων της κοιλίας και εν προκειμένω των νεφρών. Είναι μια απλή ,ανώδυνη και αποτελεσματική, στη διάγνωση του καρκίνου του νεφρού, απεικονιστική μέθοδος. Με τη χρήση των υπερήχων, έχει αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των περιπτώσεων που ανακαλύπτονται  τυχαία για καρκίνο του νεφρού.

 

Εικόνα 2. Υπερηχογράφημα νεφρών δείχνει ευμεγέθη όγκο αριστερού νεφρού.

Εξετάσεις αίματος και ούρων: Οι εργαστηριακές αυτές εξετάσεις ,μπορούν να δώσουν σημαντικές πληροφορίες στον ιατρό, για την αιτία πρόκλησης συμπτωμάτων και κλινικών σημείων .

Εξέταση ούρων: Ελέγχεται το χρώμα των ούρων καθώς και η σύσταση τους σε σάκχαρο , πρωτείνες, ερυθρά αιμοσφαίρια , λευκά αιμοσφαίρια.

Εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας: Είναι μια διαδικασία κατά την οποία ελέγχεται ένα δείγμα αίματος για την μέτρηση ενζύμων που απελευθερώνονται από το ήπαρ. Μια μη φυσιολογική τιμή αυτών των ενζύμων μπορεί να είναι μια ένδειξη, οτι ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί στο ήπαρ. Μπορούν επίσης να αυξήσουν τα επίπεδα αυτών των ενζύμων και άλλες παθολογικές  καταστάσεις εκτός από τον καρκίνο.

Ενδοφλέβια πυελογραφία: Σε αυτή την εξέταση γίνονται μια σειρά ακτινογραφιών των νεφρών, των ουρητήρων και της ουροδόχου κύστης με σκοπό την διάγνωση καρκίνου σε αυτά τα όργανα. Ένα σκιαγραφικό μέσο χορηγείται ενδοφλεβίως. Καθώς το σκιαγραφικό αποβάλλεται από τους νεφρούς , τους ουρητήρες και την ουροδόχο κύστη, λαμβάνονται ακτινογραφίες με σκοπό την ανάδειξη παθολογικής ή όχι οντότητας.

Εικόνα 3.Ενδοφλέβιος πυελογραφία ,η οποία δείχνει ευμεγέθη όγκο αριστερού νεφρού.

 

Υπολογιστική Αξονική Τομογραφία: Είναι μια διαδικασία κατά την οποία λαμβάνονται λεπτομερείς εικόνες περιοχών του σώματος οι οποίες λαμβάνονται από διαφορετικές γωνίες. Οι Εικόνες αυτές δημιουργούνται από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή που είναι συνδεδεμένος με ενα μηχάνημα ακτινογραφιών. Σκιαγραφικό μέσο μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλεβίως ή  από το στόμα  και μπορεί να βοηθήσει την απεικόνιση των ιστών και των οργάνων. Είναι βασική εξέταση επιβεβαίωσης του καρκίνου του νεφρού.

Υπολογιστική τομογραφία νεφρών

Μαγνητική Τομογραφία:  Είναι μια μέθοδος απεικόνισης που χρησιμοποιεί  έναν μαγνήτη, ραδιοκύματα  και έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή και δημιουργεί λεπτομερείς εικόνες του εσωτερικού του σώματος. Είναι συμπληρωματική της υπολογιστικής τομογραφίας ,για την ανάδειξη λεπτομερειών της επέκτασης του νεφρικού καρκίνο.

Βιοψία: Είναι μια εξέταση η οποία ενδείκνυται επί αμφιβολιών για την διάγνωση καρκίνου του νεφρού Για την βιοψία του νεφρού , εισάγεται μια λεπτή βελόνα στον όγκο του νεφρού και αφαιρείται ένα δείγμα ιστού. Το ιστοτεμάχιο εξετάζεται από τον παθολογοανατόμο και θέτει ή όχι την διάγνωση νεφρικού καρκίνου.

 

Ποιοι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την πρόγνωση και τις θεραπευτικές επιλογές;

Η πρόγνωση ( πιθανότητα ανάρρωσης ) και η θεραπεία εξαρτάται από τα ακόλουθα:

  • Το στάδιο της νόσου. Εννοούμε την τοπική και γενική επέκταση της νόσου.
  • Την ηλικία του ασθενή και την γενική κατάσταση της υγείας του.

 

Προληπτικά Μέτρα

Τα προληπτικά μέτρα περιλαμβάνουν αλλαγές ορισμένων συνηθειών, κυρίως διατροφικών, αλλά και ρύθμιση ορισμένων παθολογικών καταστάσεων, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του νεφρού. Τέτοια είναι:

  1. Διακοπή καπνίσματος. Ορισμένοι διακόπτουν το κάπνισμα μόνοι τους, ενώ άλλοι έχουν ανάγκη υποστήριξης. Γι’αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν προγράμματα υποστήριξης ή με τη βοήθεια του ιατρικού βελονισμού. Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να το συζητήσει με τον ιατρό του και αποφασίσουν από κοινού για τη μέθοδο βοήθειας διακοπής του καπνίσματος.
  2. Διαιτολόγιο. Προσθήκη στο διαιτολόγιο πολλά και ποικίλα φρούτα και λαχανικά, τροφές πλούσιες σε αντιοξειδωτικές ουσίες.
  3. Διατήρηση του σωματικού βάρους. Οι παχύσαρκοι πρέπει να μειώσουν και να διατηρήσουν το σωματικό τους βάρος. Γι’ αυτό πρέπει να μειώσουν τις προσλαμβανόμενες θερμίδες και να αρχίσουν σωματική άσκηση 2-3 φορές εβδομαδιαίως.
  4. Έλεγχος και ρύθμιση της αρτηριακής πιέσεως. Επί υπερτάσεως απαιτείται φαρμακευτική αγωγή .Επίσης αλλαγές στο διαιτολόγιο και σωματική άσκηση. Οι παραπάνω αλλαγές, οδηγούν σε απώλεια βάρους και καλύτερη ρύθμιση της αρτηριακής πιέσεως.

 

Θεραπεία

Η θεραπεία του πάσχοντος νεφρού, είναι χειρουργική.

Η χειρουργική περιλαμβάνει:

  1. Την ριζική αφαίρεση του πάσχοντος νεφρού με τους πέριξ ιστούς, τους τοπικούς λεμφαδένες και μπορεί να περιλαμβάνει και το σύστοιχο επινεφρίδιο.
  2. Την  αφαίρεση του όγκου με υγιή νεφρικό ιστό, η οποία και ονομάζεται μερική νεφρεκτομή.

Εικόνα 5.Παρασκεύασμα από εξαιρεθέντα αριστερό νεφρό, με ευμεγέθη όγκο στον κάτω πόλο του νεφρού

Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται συνήθως, σε μικρούς όγκους του νεφρού <4 εκατοστών ή σε μονήρη νεφρό ή σε μειωμένη λειτουργικότητα του άλλου νεφρού.

 

Χειρουργικές Τεχνικές

Υπάρχουν δυο χειρουργικές τεχνικές :

  1. Η ανοικτή χειρουργική τεχνική αφαίρεσης του νεφρού
  2. Η λαπαροσκοπική ή υποβοηθούμενη ρομποτική τεχνική αφαίρεσης του νεφρού. Η τεχνική καθορίζεται από τον χειρουργό. Συνήθως η ανοικτή χειρουργική τεχνική χρησιμοποιείται στους μεγάλους όγκους, ενώ η λαπαροσκοπική ή υποβοηθούμενη ρομποτική σε μικρούς όγκους. Στον μεταστατικό καρκίνο του νεφρού, εκτός από τη χειρουργική αφαίρεση του πάσχοντος νεφρού, χορηγείται και φαρμακευτική αγωγή, όπως η ανοσοθεραπεία και παράγοντες αναστολής πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων.

 

Σύνοψη

  • Ο καρκίνος του νεφρού είναι μία ασθένεια στην οποία κακοήθη κύτταρα εμφανίζονται στα νεφρικά σωληνάρια
  • Το κάπνισμα και η κακή χρήση συγκεκριμένων αναλγητικών φαρμάκων μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο για καρκίνο του νεφρού.
  • Πιθανά συμπτώματα του καρκίνου του νεφρού περιλαμβάνουν την αιματουρία και μάζα στην κοιλιακή χώρα
  • Εξετάσεις  που γίνονται στην κοιλιά και τους νεφρούς  μπορεί να οδηγήσουν στην διάγνωση καρκίνου του νεφρού.
  • Συγκεκριμένοι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την πρόγνωση και τις θεραπευτικές επιλογές.

Καρκίνος Ουροδόχου Κύστης

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως εξορμάται από τα κύτταρα του βλεννογόνου αυτής. Το 80% περίπου του καρκίνου της κύστεως είναι καλής προγνώσεως, ενώ το 20% είναι επιθετικός και απαιτείται ριζική θεραπεία. Προσβάλλει οποιαδήποτε ηλικία, συνηθέστερα όμως τους ηλικιωμένους. Η διάγνωση του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως, συνήθως είναι έγκαιρη και γι’ αυτό και θεραπεύσιμος. Υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό, αυτών των περιπτώσεων, που υποτροπιάζει και γι’ αυτό συνιστάται επανέλεγχος ανά τακτά χρονικά διαστήματα (εικ.1).

 

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Τα κυριότερα συμπτώματα ή σημεία του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως είναι τα κάτωθι:

1. Μακροσκοπική ή μικροσκοπική αιματουρία. Η μακροσκοπική αιματουρία μπορεί να έχει σκούρα κόκκινα ούρα, σκούρα κίτρινα ή το χρώμα της κόκα κόλλα. Ενώ η μικροσκοπική αιματουρία αποκαλύπτεται στην γενική εξέταση των ούρων.

2. Η συχνουρία

3. Η επώδυνη ούρηση

4. Άλγος στο περίνεο ή στην οσφύ.

ΑΙΤΙΑ

Είναι άγνωστα τα αίτια του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως. Υπάρχει ισχυρή συσχέτιση με το κάπνισμα, τις παρασιτικές λοιμώξεις, την έκθεση στη ραδιενέργεια και σε χημικές ουσίες.

Υπάρχουν διάφοροι τύποι καρκίνου. Ο καρκίνος από μεταβατικό επιθήλιο, από πλακώδες επιθήλιο, και το αδενοκαρκίνωμα. Το συνηθέστερο είναι από μεταβατικό επιθήλιο.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου της ουροδόχου κύστεως είναι:

Το κάπνισμα. Οι καπνιστές έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου από τους μη καπνιστές. Και τούτο διότι μέσω του καπνίσματος παράγονται διάφορες χημικές ουσίες, οι οποίες αποβάλλονται από τα ούρα. Η συσσώρευση αυτών των χημικών ουσιών στα ούρα προκαλεί βλάβη στο τοίχωμα της κύστεως και ανάπτυξη καρκίνου.

Η ηλικία.Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως, μπορεί να εμφανισθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά εμφανίζεται, μετά τα 40, πολύ πιο συχνά.

Η φυλή. Εμφανίζεται συχνότερα στους λευκούς συγκριτικά με τις άλλες φυλές.

Το φύλο.Οι άνδρες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες ανάπτυξης καρκίνου της ουροδόχου κύστεως, από τις γυναίκες.

Χημικές ουσίεςΔιάφορες χημικές ουσίες αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου στην ουροδόχο κύστη. Τέτοιες είναι, το αρσενικό και ουσίες που χρησιμοποιούνται στην χημική βιομηχανία για την παραγωγή χρωμάτων, βαφών, ελαστικών, στην επεξεργασία των δερμάτων, την κλωστοϋφαντουργία και στη ζωγραφική.

Χημειοθεραπευτικά.Ορισμένα χημειοθεραπευτικά, που χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση κάποιας μορφής καρκίνου, όπως η κυκλοφωσφαμίδη(Cytoxan), αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου στην ουροδόχο κύστη, καθώς και προηγηθείσα, στην περιοχή της πυέλου, ακτινοθεραπεία.

Η λήψη αντιδιαβητικών φαρμάκωνΗ λήψη ορισμένων αντιδιαβητικών φαρμάκων, όπως η πιογλυταζόνη, η μετφορμίνη και γλυμεπιρίδη, σε μακροχρόνια χρήση (πάνω από 1 χρόνο), μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου ουροδόχου κύστεως.

Χρόνιος ερεθισμός της ουροδόχου κύστεωςΟ χρόνιος ερεθισμός ,η φλεγμονή ή οι συχνές ουρολοιμώξεις της ουροδόχου κύστεως, όπως η μακροχρόνια χρήση ουροκαθετήρα, αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης, κυρίως από πλακώδες επιθήλιο, καρκίνου ουροδόχου κύστεως. Σε ορισμένες χώρες της αφρικής, όπως η Αίγυπτος όπου ενδημούν φλεγμονώδεις παρασιτικές νόσοι, όπως η σχιστοσομίαση, ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως είναι αυξημένος, από πλακώδες επιθήλιο, λόγω του χρόνιας φλεγμονής του ουροποιητικού συστήματος.

Κληρονομικοί και οικογενειακοί παράγοντεςΑν υπάρχει κληρονομικό ιστορικό με καρκίνο ουροδόχου κύστεως, ο κίνδυνος εμφάνισης στις επόμενες γενεές αυξάνει. Επίσης οικογενειακό ιστορικό με καρκίνο του εντέρου, μη πολυποειδούς μορφής, το αποκαλούμενο και σύνδρομο Lynch, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο άνάπτυξης καρκίνου ουροδόχου κύστεως, καθώς επίσης του εντέρου, της μήτρας, των ωοθηκών και άλλων οργάνων.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

Ο καρκίνος της κύστεως συχνά υποτροπιάζει. Γι’ αυτό απαιτείται, μετά την πρώτη θεραπεία, τακτικός έλεγχος ανά 3μηνο ή 6μηνο για μερικά χρόνια, εξαρτώμενο πάντοτε από τον τύπο του καρκίνου. Αν είναι επιθετικός, τότε απαιτείται πολύ στενή παρακολούθηση, με κυστεοσκόπηση, κυτταρολογικές ούρων και λήψη βιοψιών, ώστε να αποφασισθεί η περαιτέρω θεραπεία.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η διαγνωστική προσέγγιση του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως, περιλαμβάνει :

Κυστεοσκόπηση:Με τη βοήθεια του κυστεοσκοπίου, προβαίνουμε σε επισκόπηση του εσωτερικού τοιχώματος της ουροδόχου κύστεως, και αποκαλύπτεται η παρουσία οποιασδήποτε παθολογίας εντός αυτής. Ταυτόχρονα δίδεται η δυνατότητα λήψης βιοψιών, εφ’ όσον αυτό κρίνεται απαραίτητο(εικ. 2).

Εικόνα 2. Δείχνει τη διενέργεια ουρηθροκυστεοσκοπήσεως με τοπική αναισθησία.

Κυτταρολογική ούρων:Συλλέγονται τα ούρα των τριών πρωινών ουρήσεων και αποστέλλονται στο κυτταρολογικό εργαστήριο. Η διαγνωστική αξιοπιστία της κυτταρολογικής ανέρχεται στο 60-70% των περιπτώσεων.

Απεικονιστικός έλεγχος:Ο απεικονιστικός έλεγχος περιλαμβάνει:

Υπερηχογράφημα νεφρών, κύστεως, προστάτη:Είναι μία απλή, ανώδυνος και άμεση εξέταση, η οποία δίδει σημαντικές πληροφορίες και αποκαλύπτει σε μεγάλο βαθμό τυχόν παθολογία του ουροποιητικού συστήματος (εικ.3).

Εικόνα 3. Απεικονίζεται η παρουσία νεοπλάσματος εντός της ουροδόχου κύστεως.

 

Η ενδοφλέβιος ουρογραφία:Έγχυση σκιαγραφικής ουσίας ενδοφλεβίως, η οποία αποβάλλεται από το ουροποιητικό σύστημα. Λαμβάνονται, σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα (5’,15’,30’ λεπτά της ώρας), ακτινογραφίες οι οποίες απεικονίζουν όλο το ουροποιητικό σύστημα και αναδεικνύονται τυχόν παθολογίες. Σήμερα έχει αντικατασταθεί σχεδόν από την υπολογιστική ουρογραφία.

Υπολογιστική Τομογραφία – ουρογραφία:

Όταν διαγιγνώσκεται καρκίνος κύστεως, και κρίνεται από τον γιατρό πιο λεπτομερής έλεγχος, τότε ο ασθενής υποβάλλεται σε υπολογιστική τομογραφία, η οποία δίδει λεπτομερείς πληροφορίες τόσο για το ουροποιητικό σύστημα όσο και για τους πέριξ ιστούς και όργανα (εικ.4).

Εικόνα 4. Δείχνει την παρουσία όγκου εντός της ουροδόχου κύστεως.

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ.

Η θεραπευτική προσέγγιση, του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως, εξαρτάται από ορισμένους παράγοντες, όπως   το στάδιο της νόσου και ο τύπος του νεοπλάσματος, την γενική κατάσταση του ασθενούς και το είδος της θεραπείας. Η βασική θεραπεία είναι χειρουργική και η επικουρική θεραπεία εξαρτάται από το στάδιο της νόσου και την πολλαπλότητα του όγκου .

Χειρουργική

Η ενδοσκοπική αφαίρεση του όγκου, είναι η πρώτη θεραπευτική προσέγγιση, και τα τεμάχια αποστέλλονται στο παθολογοανατομικό εργαστήριο και καθορίζεται ο τύπος του όγκου και το τοπικό στάδιο.

Μερική κυστεκτομή

Η μέθοδος αυτή επιλέγεται σε μονήρη όγκο της ουροδόχου κύστεως και τμήμα αυτής που είναι εύκολα εξαιρέσιμο χωρίς να δημιουργεί λειτουργικά προβλήματα.

Ριζική κυστεκτομή.

Επιλέγεται στις περιπτώσεις που ο όγκος διηθεί το τοίχωμα της ουροδόχου κύστεως, με καλή γενική κατάσταση. Αφαιρώντας την ουροδόχο κύστη πρέπει να αποφασισθεί ταυτόχρονα και η μέθοδος εκτροπής των ούρων. Οι βασικές μέθοδοι είναι δύο. Η μία, η οποία προσιδιάζει με την φυσιολογική ουροδόχο κύστη και έτσι αποκατάσταση σε μεγάλο βαθμό της φυσιολογικής ούρησης. Η τεχνική αυτή ονομάζεται ορθότοπος νεοκύστης με χρήση λεπτού ή παχέος εντέρου. Η άλλη μέθοδος ονομάζεται εκτροπή ούρων στο δέρμα, είτε με τμήμα εντέρου ή απευθείας οι ουρητήρες στο δέρμα (εικόνα 5).

Εικόνα 5. Δείχνει τμήμα εντέρου και δημιουργία νεοκύστεως.

 

Επικουρική Θεραπεία .

Στους επιφανειακούς όγκους της ουροδόχου κύστεως, όταν είναι πολλαπλοί ή υψηλού κινδύνου, χωρίς να διηθούν τον μυικό χιτώτα, τότε συνιστάται επικουρική θεραπεία με ενδοκυστικές εγχύσεις είτε βιολογικών παραγόντων ή χημειοθεραπευτικών, για να περιορίσουμε τις υποτροπές του όγκου.

Στις περιπτώσεις που ο καρκίνος έχει διηθήσει το μυικό τοίχωμα ή έχει δώσει μεταστάσεις, τότε οι εναλλακτικές θεραπείες είναι η ακτινοθεραπεία και η χημειοθεραπεία.

ΠΡΟΛΗΨΗ

Δεν υπάρχουν αποτελεσματικοί τρόποι πρόληψης του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως. Υπάρχουν όμως κάποια μέτρα που μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου της κύστεως. Τέτοια είναι:

1.Αποφυγή του καπνίσματος. Έτσι δεν συσσωρεύονται χημικές καρκινογόνες ουσίες του καπνού στα ούρα. Αν όμως κάποιος καπνίζει, τότε πρέπει να συμβουλευθεί τον γιατρό του και να ζητήσει τη βοήθεια του για τη διακοπή. Υπάρχουν διάφορες υποστηρικτικές μέθοδοι διακοπής του καπνίσματος, όπως ο ιατρικός βελονισμός   τα υποκατάστατα του καπνίσματος και η ομαδική θεραπεία.

2.Όσοι απασχολούνται επαγγελματικά στη χημική βιομηχανία, οι ελαιοχρωματιστές, οι εργαζόμενοι στα βυρσοδεψία, θα πρέπει να λαμβάνουν προφυλάξεις με βάσει τις οδηγίες .

3.Καλή ενυδάτωση. Η λήψη άφθονων υγρών, βοηθάει στη διάλυση των τοξικών ουσιών που αποβάλλονται από τα ούρα και μπορεί να μειώνει τον κίνδυνο χωρίς αυτό να τεκμηριώνεται επιστημονικά.

4.Η λήψη άφθονων φρούτων και λαχανικών λόγω των αντιοξειδωτικών ουσιών,μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου της κύστεως.

Λοίμωξη του Ουροποιητικού Συστήματος

Τι είναι η ουρολοίμωξη
Η λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος είναι η λοίμωξη που προσβάλλει οποιοδήποτε όργανο του ουροποιητικού συστήματος: νεφρούς, ουρητήρες, ουροδόχο κύστη, ουρήθρα. Οι περισσότερες ουρολοιμώξεις εντοπίζονται στο κατώτερο ουροποιητικό σύστημα, δηλαδή στην ουροδόχο κύστη και στην ουρήθρα.
Οι ουρολοιμώξεις είναι πιο συχνές στις γυναίκες απ’ότι στους άνδρες.
Ουρολοιμώξεις που εντοπίζονται στην ουροδόχο κύστη είναι επώδυνες και ενοχλητικές.
Σοβαρές επιπλοκές μπορεί να συμβούν εάν η λοίμωξη επεκταθεί στους νεφρούς.

Συμπτώματα
Οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος μπορεί και να είναι ασυμπτωματικές. Όταν όμως υπάρχουν συμπτώματα αυτά είναι συνήθως:
– Έντονο και επίμονο αίσθημα για ούρηση
– Αίσθημα καύσου κατά την ούρηση
– Μικρή ποσότητα ούρων σε κάθε ούρηση
– Θολά ούρα
– Ούρα με χρώμα κόκκινο , ροζ ,ή “coca cola” σημάδι ύπαρξης αίματος στα ούρα
– Δύσοσμα ούρα
– Άλγος στην πυελική χώρα στις γυναίκες.
– Άλγος στην περιοχή του ορθού στους άνδρες.

Εικόνα 2.Δείχνει ασθενή με επίμονο αίσθημα ούρησης.

Είδη Ουρολοιμώξεων
Κάθε τύπος ουρολοίμωξης παρουσιάζει χαρακτηριστικά συμπτώματα ανάλογα με το όργανο που πάσχει.
Νεφροί (πυελονεφρίτις)
– Πόνος ψηλά και πίσω στην πλάτη στο ύψος των πλευρών
– Υψηλός πυρετός
– Ρίγος και φρίκια
– Ναυτία
– Έμετοι
Ουροδόχος κύστη (κυστίτις)
– Αίσθημα πίεσης στην πυελική χώρα
– Ενόχληση στην κάτω κοιλιακή χώρα
– Συχνή και επώδυνη ούρηση
– Αίμα κατά την ούρηση
Ουρήθρα (ουρηθρίτις)
– Αίσθημα καύσου κατά την ούρηση

 

Εικόνα 3.Γυναίκα με έντονο πυελικό άλγος.

Παράγοντες Κινδύνου
Το γυναικείο φύλο
Οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος είναι συχνές στις γυναίκες και πολλές από αυτές εμφανίζουν περισσότερες από μία λοιμώξεις. Η γυναικεία ουρήθρα είναι μικρότερη σε μήκος από αυτή των ανδρών. Συνεπώς η απόσταση που πρέπει να διανύσει το μικρόβιο για να φτάσει στην ουροδόχο κύστη της γυναίκας είναι πιο μικρή.
Η σεξουαλική πράξη
Οι σεξουαλικά ενεργείς γυναίκες παρουσιάζουν πιο συχνά λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος συγκριτικά με τις μη σεξουαλικά ενεργείς γυναίκες .
Η χρήση συγκεκριμένων μεθόδων αντισύλληψης
Η χρήση κολπικών διαφραγμάτων ως μέθοδος αντισύλληψης αυξάνει τη συχνότητα εμφάνισης ουρολοιμώξεων.

Εικόνα 4.Δείχνει το έμβρυο σε γυναίκα που προσεβλήθη από  Ουρολοίμωξη.

Εμμηνόπαυση
Μετά την εμμηνόπαυση οι λοιμώξεις του ουροποιητικού είναι πιο συχνές λόγω μείωσης των οιστρογόνων τα οποία προκαλούν αλλαγές στο ουροποιητικό σύστημα. Η μείωση των ορμονών αυτών το καθιστούν πιο ευάλωτο στις ουρολοιμώξεις .

 

Εικόνα 5.Γυναίκα στην εμμηνόπαυση

Ανατομικές ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος
Βρέφη που έχουν γεννηθεί με ανατομικές ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος όπου τα ούρα δε φεύγουν φυσιολογικά από το σώμα ή παλινδρομούν στην ουρήθρα έχουν υψηλό κίνδυνο για ουρολοιμώξεις.
Αποφρακτικοί παράγοντες στο ουροποιητικό σύστημα
Νεφρικοί λίθοι , υπερτροφία του προστάτη αδένα μπορούν να “παγιδεύουν” τα ούρα στην ουροδόχο κύστη και συνεπώς να αυξάνουν τον κίνδυνο για ουρολοιμώξεις.

Πτώση του ανοσοποιητικού συστήματος
Νοσήματα όπως ο σακχαρώδης διαβήτης επηρεάζουν αρνητικά το ανοσοποιητικό σύστημα και συνεπώς την άμυνα του οργανισμού ενάντια στα μικρόβια. Αποτέλεσμα αυτού μεγαλύτερες πιθανότητες για ουρολοιμώξεις.
Η χρήση ουροκαθετήρων.
Οι ασθενείς που κάνουν χρήση ουροκαθετήρων έχουν αυξημένες πιθανότητες για ουρολοιμώξεις. Αυτό συμβαίνει π.χ. σε νοσηλευόμενους ασθενείς ή ασθενείς με νευρολογικά προβλήματα όπως οι παραπληγικοί, δηλαδή ασθενείς που αδυνατούν να ουρήσουν με φυσιολογικό τρόπο.

Αίτια των ουρολοιμώξεων
Τυπικά οι ουρολοιμώξεις προκαλούνται όταν βακτήρια εισέρχονται στην ουροδόχο κύστη μέσω της ουρήθρας και πολλαπλασιάζονται εντός αυτής. Παρόλο που το ουροποιητικό σύστημα είναι κατασκευασμένο να κρατάει μακριά τέτοιους μικροβιακούς εισβολείς, κάποιες φορές η άμυνά του αυτή αποτυγχάνει. Όταν αυτό συμβεί, τα βακτήρια μπορούν να προκαλέσουν εκτεταμένη ουρολοίμωξη.
Οι πιο συχνές ουρολοιμώξεις συμβαίνουν στις γυναίκες και προσβάλουν την ουροδόχο κύστη και την ουρήθρα .
Λοίμωξη της ουροδόχου κύστης (κυστίτις )
– Προκαλείται συνήθως από το Escherichia Coli ένα βακτήριο του γαστρεντερικού συστήματος.
– Σεξουαλικές επαφές μπορεί να οδηγήσουν σε κυστίτιδα. Αυτό δε σημαίνει οτι μη σεξουαλικά ενεργά άτομα δεν κάνουν ουρολοιμώξεις .
– Όλες οι γυναίκες μπορεί να πάθουν ουρολοίμωξη λόγω της ανατομίας της ουρήθρας τους .Κοντή ουρήθρα πλησίον της περινεϊκής χώρας και μικρή απόσταση του στομίου της ουρήθρας από την ουροδόχο κύστη.
Λοίμωξη της ουρήθρας (ουρηθρίτις)
– Αυτού του είδους η λοίμωξη προκαλείται από μικρόβια που προέρχονται από την περινεϊκή χώρα και εξαπλώνονται στην ουρήθρα.
– Επίσης, λόγω του ότι η γυναικεία ουρήθρα βρίσκεται ανατομικά πλησίον του κόλπου, σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα όπως ο έρπης , η γονόρροια και τα χλαμύδια, μπορούν να προκαλέσουν ουρηθρίτιδα.
Επιπλοκές
Όταν γίνεται σωστή αντιμετώπιση οι λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού σπάνια έχουν επιπλοκές. Αλλά ουρολοιμώξεις που δεν αντιμετωπίζονται με σωστή θεραπεία μπορεί να προκαλέσουν επιπλοκές.
Οι επιπλοκές των ουρολοιμώξεων είναι:
– Επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις , ειδικά σε γυναίκες που εμφανίζουν 3 ή και περισσότερα επεισόδια ουρολοιμώξεων.
– Μόνιμη νεφρική βλάβη από οξεία ή χρόνια λοίμωξη του νεφρού ( πυελονεφρίτις ), λόγω μη σωστής θεραπείας ειδικά σε μικρά παιδιά.
– Αυξημένος κίνδυνος στις γυναίκες να γεννήσουν χαμηλού βάρους ή πρόωρα βρέφη.

Διάγνωση
Κάθε ασθενής που εμφανίζει ουρολοίμωξη πρέπει να υποβάλλεται σε κλινικοεργαστηριακό έλεγχο, ο οποίος περιλαμβάνει:
1. Γενική αίματος
2. Βιοχημικό έλεγχο
3. Γενική εξέταση ούρων
4. Καλλιέργεια ούρων
5.Υπερηχογράφημα νεφρών κύστεως ,προστάτη και έσω γεννητικών οργάνων στις γυναίκες
6. Αν ο υπερηχογραφικός έλεγχος αναδείξει κάποια παθολογία ή ανατομική ανωμαλία, τότε συνιστάται αξονική τομογραφία ή ενδοφλέβιος πυελογραφία. Στις γυναίκες με υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις συνιστάται κυστεοσκόπηση.

Πρόληψη
Αυτοί που εμφανίζουν ουρολοίμωξη, πρέπει να λαμβάνουν πολλά υγρά καθ’όλο το 24ωρο κυρίως τους θερινούς μήνες. Η καλή ενυδάτωση αυξάνει τη διούρηση, με αποτέλεσμα την αυξημένη αποβολή ποσότητας ούρων. Έτσι, δεν προσκολλώνται οι μικροοργανισμοί στους ιστούς, παρασύρονται από τα ούρα και αποβάλλονται. Σε όσους εμφανίζουν υποτροπές ουρολοιμώξεως, καλό είναι να λαμβάνουν cranberry σε μορφή χυμού. Ο εν λόγω χυμός παρεμποδίζει την προσκόλληση των μικροοργανισμών στους ιστούς. Μπορεί να καταναλώνει κανείς όση ποσότητα επιθυμεί. Προσοχή σε κείνους που λαμβάνουν αντιπηκτική αγωγή ,διότι μπορεί να προκαλέσει αιμορραγίες. Η ακηδία από τη πλευρά των ασθενών στις παραπάνω συστάσεις, οδηγεί συνήθως σε υποτροπή ουρολοιμώξεων.

Θεραπεία
Η θεραπεία καθορίζεται από την αιτία. Όταν υπάρχει ανατομική ανωμαλία ή παθολογία, όπως υπερτροφία προστάτη με μεγάλο υπόλειμμα ούρων, η θεραπεία είναι χειρουργική. Στις απλές ουρολοιμώξεις τα αντιβιοτικά από του στόματος αποτελούν τη θεραπεία εκλογής για τις ουρολοιμώξεις. Χορηγούνται απλά αντιβιοτικά με βάση πάντοτε την καλλιέργεια ούρων και το αντιβιόγραμμα. Η διάρκεια της θεραπείας καθορίζεται από τον θεράποντα με βάση την ένταση των συμπτωμάτων και κυμαίνεται από 7 έως15 ημέρες. Στις υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις η διάρκεια της θεραπείας είναι μακρά και κυμαίνεται από 3-6 μήνες.

Παθήσεις της Ουροδόχου Κύστης

Παθήσεις της Ουροδόχου Κύστης .

Η ουροδόχος κύστη είναι ένα κοίλο όργανο και εδράζεται στην κάτω κοιλία. Αποτελεί τον αποθηκευτικό χώρο των ούρων. Αρκετές παθολογικές καταστάσεις μπορούν να επηρεάσουν την λειτουργία της.

Εικόνα 1:Ανατομία του ουροποιητικού συστήματος

Τέτοιες είναι :

1. Κυστίτις-φλεγμονή ουροδόχου κύστεως, οφειλόμενη συνήθως σε λοίμωξη

2. Ακράτεια ούρων – απώλεια του ελέγχου των ούρων

3. Υπερδραστήρια ουροδόχος κύστη – παθολογική κατάσταση κατά την οποία η ουροδόχος κύστη συσπάται, προς αποβολή των ούρων, σε λάθος χρόνο

4.  Διάμεσος κυστίτις – χρόνια φλεγμονή η οποία χαρακτηρίζεται από πόνο, συχνουρία και επιτακτική ούρηση

5.  Καρκίνος ουροδόχου κύστεως

ΚΥΣΤΙΤΙΣ

 Η κυστίτις, οφείλεται σε φλεγμονή του βλεννογόνου της ουροδόχου κύστεως, η οποία προκαλείται συνήθως από μικροοργανισμούς. Στις γυναίκες πολλές φορές συντηρείται μια χρόνια κυστίτις χωρίς να ανευρίσκεται κάποιος μικροβιακός παράγοντας. Επίσης έχουμε κυστίτιδες άσηπτες που οφείλονται σε φάρμακα, όπως τα χημειοθεραπευτικά, την χημική κυστίτιδα, σε ακτινοθεραπεία, την μετακτινική κυστίτιδα.

 Η κυστίτιδα εμφανίζεται συνήθως στις γυναίκες και σπανίως στους άνδρες. Αυτό οφείλεται σε ανατομικούς λόγους. Η ουρήθρα στις γυναίκες είναι βραχεία (4 εκατοστά) και γειτνιάζει με  τον κόλπο. Επίσης μετά την κλιμακτήριο λόγω τοπικών μεταβολών (αλλαγές στο περιβάλλον του κόλπου, ορμονικές αλλαγές),  μειωμένης έκκρισης κολπικών υγρών και εξασθένιση της τοπικής άμυνας, αυξάνει η προσκόλληση των μικροβίων και  οι κυστίτιδες είναι συχνότερες.

Εικόνα 2: Οξεία κυστίτιδα

Τα συμπτώματα  που εμφανίζονται είναι :

 1. Έντονη και επιτακτική ούρηση

2. Άλγος και συχνουρία με αποβολή μικρής ποσότητας ούρων

3. Άλγος στην περιοχή της κάτω κοιλίας, πάνω από την ηβική σύμφυση

4. Καύσος κατά την ούρηση

5. Αίσθημα βάρους και  δυσφορία στην περιοχή του περιναίου

6. Δύσοσμα ούρα

7. Αιματουρία

8. Δεκατική πυρετική κίνηση  

ΑΙΤΙΑ

Οι κυστίτιδες διακρίνονται σε δυο μεγάλες κατηγορίες:

  Α. Μικροβιακές κυστίτιδες

  Β. Μη μικροβιακές κυστίτιδες

  Οι μικροβιακές κυστίτιδες διακρίνονται σε:

   1. Κοινές

  2. Νοσοκομειακές

   Οι μη μικροβιακές διακρίνονται σε:

1.     Φαρμακευτική κυστίτιδα

2.     Χημική κυστίτιδα

3.     Μετακτινική κυστίτιδα

4. Κυστίτιδα οφειλόμενη σε παθήσεις άλλων οργάνων, όπως του εντέρου εκκολπωματίτιδα, καρκίνος τραχήλου μήτρας ενδομητρίωση

5.     Κυστίτιδα οφειλόμενή σε ξένα σώματα

6.     Διάμεσο κυστίτιδα

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Μερικοί άνθρωποι είναι περισσότερο επιρρεπείς σε κυστίτιδες ή ουρολοιμώξεις από άλλους. Μια κατηγορία από αυτούς είναι οι γυναίκες. Οι λόγοι είναι ανατομικοί, διότι η ουρήθρα των γυναικών είναι βραχεία και η διαδρομή μικρή για τους μικροοργανισμούς.

Ένας δεύτερος λόγος είναι η σεξουαλική επαφή και η συχνή αλλαγή συντρόφων λόγω  γειτνίασης του κόλπου με την ουρήθρα. Η χρήση, από αρκετές γυναίκες, διαφόρων αντισυλληπτικών μεθόδων, όπως διαφράγματα τα οποία περιέχουν και σπερματοκτόνες  ουσίες, αυξάνουν τον κίνδυνο κυστίτιδας ή ουρολοιμώξεων.

Η κύηση επίσης αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης  κυστίτιδας λόγω ορμονικών μεταβολών.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος, οφειλόμενες σε  σακχαρώδη διαβήτη, ανεπάρκεια ανοσοποιητικού συστήματος και η θεραπεία για  καρκίνο, αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης κυστίτιδας.

Η μακροχρόνια χρήση ουροκαθετήρα οδηγεί σε φλεγμονή του βλεννογόνου της ουροδόχου κύστεως.

Στους άνδρες η κυστίτιδα είναι σπάνια.

Η κυστίτιδα μπορεί να προκαλέσει ουρολοίμωξη ή αιματουρία.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Η διάγνωση τίθεται με ορισμένες εργαστηριακές και ακτινολογικές εξετάσεις όπως :

 1.Γενική ούρων

 2.Καλλιέργεια ούρων

 3.Υπερηχογράφημα νεφρών κύστεως, έσω γεννητικών οργάνων στις γυναίκες και προστάτη στους άνδρες

 4.Κυστεοσκόπηση

 5.Απλή ακτινογραφία νεφρών, ουρητήρων, κύστεως

Με την καλλιέργεια ούρων, επιτυγχάνεται η ταυτοποίηση του μικροβιακού παράγοντα και η χορήγηση του κατάλληλου αντιβιοτικού για τη θεραπεία. Το υπερηχογράφημα διερευνά την παρουσία κάποιας παθολογίας ή όχι του ουροποιητικού συστήματος.

Η κυστεοσκόπηση χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις που η κυστίτιδα επιμένει ή υποτροπιάζει και δίδει τη δυνατότητα επισκόπησης του εσωτερικού της ουροδόχου κύστεως και λήψεως βιοψιών, εάν κρίνεται απαραίτητο.

Η απλή ακτινογραφία μπορεί να αποκαλύψει την παρουσία παθολογικών σκιών στο ουροποιητικό, όπως λιθίαση που να προκαλεί κυστίτιδα.

ΔΙΑΜΕΣΟΣ ΚΥΣΤΙΤΙΔΑ

Η διάμεσος κυστίτιδα είναι μια ειδική παθολογική κατάσταση που αφορά την ουροδόχο κύστη και χαρακτηρίζεται από χρόνια φλεγμονή. Παρουσιάζεται με αδιαθεσία, πόνο κατά την ούρηση, συχνουρία και επιτακτική ούρηση. Είναι αμικροβιακή και πιο συχνή στις γυναίκες από τους άνδρες 2:1. Τα συμπτώματα διαφέρουν από περίπτωση σε περίπτωση. Η χωρητικότητα της ουροδόχου κύστεως είναι μειωμένη, με αποτέλεσμα την επώδυνη ούρηση. Στις γυναίκες επιδεινώνονται κατά την έμμηνο ρύση, καθώς και κατά την σεξουαλική επαφή. Είναι αγνώστου αιτιολογίας και η διάγνωση τίθεται δι’ αποκλεισμού άλλων παθολογικών καταστάσεων. Σε αρκετές γυναίκες η διάμεσος κυστίτιδα αποτελεί εκδήλωση μιας γενικής παθολογικής κατάστασης που προκαλεί φλεγμονή σε διάφορα όργανα, όπως το ευερέθιστο έντερο και η ινομυαλγία.

Εικόνα 3: Διάμεσος κυστίτιδα

Εικόνα 4: Έλκος του Hunner

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η διάγνωση της διάμεσης κυστίτιδας τίθεται δια αποκλεισμού άλλων παθολογικών καταστάσεων. Ο ασθενής υποβάλλεται σε :

1.Γενική ούρων 

2.καλλιέργεια ούρων 

3. Υπερηχογράφημα νεφρών κύστεως, έσω γεννητικών οργάνων στις γυναίκες και προστάτη στους άνδρες 

4.Κυστεοσκόπηση

Συνήθως η γενική και η καλλιέργεια ούρων είναι αρνητικά, εκτός αν συνυπάρχει ουρολοίμωξη.

Με την υπερηχογραφία ελέγχεται η ανατομική ακεραιότητα του ουροποιητικού συστήματος και η αποκάλυψη υπάρχουσας παθολογίας.

Η κυστεοσκόπηση, είναι βασική εξέταση για τη διάγνωση της διάμεσης κυστίτιδας, διότι επιτρέπει την εσωτερική επισκόπηση της ουροδόχου κύστεως. Με την κυστεοσκόπηση ελέγχεται,βυπό ήπια αναισθησία, η χωρητικότητα της ουροδόχου κύστεως, η οποία είναι μειωμένη. Παρατηρείται φλεγμονή του βλεννογόνου της ουροδόχου κύστεως και στο 90% των περιπτώσεων διαπιστούται  η παρουσία στικτών αιμορραγικών στιγμάτων και στο 5-10%  φλεγμονώδη έλκη, τα οποία ονομάζονται έλκη του Hunner. Με την  κυστεοσκόπηση λαμβάνονται βιοψίες από τον βλεννογόνο της ουροδόχου κύστεως για να αποκλεισθεί η παρουσία καρκίνου και να επιβεβαιωθεί η φλεγμονή.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η θεραπεία των διαφόρων κυστίτιδων είναι αιτιολογική. Η μικροβιακή κυστίτιδα αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση αντιβιοτικών, με βάσει την καλλιέργεια και το αντιβιόγραμμα. Το συνηθέστερο μικρόβιο στις γυναίκες είναι το Ε.coli (κολοβακτηρίδιο). Η διάρκεια της θεραπείας κυμαίνεται μεταξύ 3-7 ημερών, και εξαρτάται από την ένταση των συμπτωμάτων. Αν η κυστίτιδα επανέλθει, τότε η θεραπεία επιμηκύνεται και γίνεται πλήρης κλινικοεργαστηριακός έλεγχος, ώστε να αποκαλυφθεί τυχόν ανατομική ανωμαλία ή παθολογική κατάσταση. Ορισμένες γυναίκες εμφανίζουν κυστίτιδα, μετά την σεξουαλική επαφή. Αυτές οι γυναίκες, καλόν είναι, μια ώρα προ της επαφής να λαμβάνουν ένα δισκίο κινολόνης (σιπροφλοξασίνη).

Στις νοσοκομειακές λοιμώξεις, το πρόβλημα δυσχεραίνεται και επιβάλλεται η χορήγηση ισχυρών αντιβιοτικών, για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται, για την εκρίζωση της λοίμωξης, διότι τα νοσοκομειακά μικρόβια είναι ανθεκτικά.

Η θεραπεία της διάμεσης κυστίτιδας είναι δυσχερής. Επειδή η αιτιολογία είναι ακαθόριστη, η θεραπεία είναι συμπτωματική. Χορηγούνται είτε από το στόμα ή εγχεόμενα φάρμακα με στόχο την ύφεση των συμπτωμάτων. Επίσης, επιχειρείται υπό αναισθησία διάταση της ουροδόχου κύστεως με υπερπλήρωση αυτής με νερό ή με ηλεκτρική νευροδιέγερση. Τελευταία χρησιμοποιείται  η διήθηση του βλεννογόνου της ουροδόχου κύστεως με botulinum toxin (botox), με καλά αποτελέσματα σε ότι αφορά την συχνουρία και την επιτακτική ούρηση.

Σε ό,τι αφορά τις άλλες κυστίτιδες που οφείλονται σε άλλες παθολογικές καταστάσεις, η θεραπεία επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση της παθολογικής κατάστασης που προκαλεί και κυστίτιδα.

Οι κυστίτιδες που προκαλούνται από φάρμακα ή ακτινοθεραπεία αντιμετωπίζονται με φαρμακευτική αγωγή. Αυτές που οφείλονται σε χημικοθεραπευτικά μετά το πέρας της θεραπείας συνήθως αυτοιώνται. Οι μετακτινικές κυστίτιδες αντιμετωπίζονται με καλή ενυδάτωση και χορήγηση φαρμάκων  καταπραϋντικών των συμπτωμάτων.

Εικόνα 5: Μετακτινική κυστίτιδα

ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Κατά τη διάρκεια της νόσου, πρέπει να προσαρμόζουμε τις συνήθειες μας και να λαμβάνουμε ορισμένα μέτρα, ώστε να επιτυγχάνουμε ανακούφιση των συμπτωμάτων. Τέτοια είναι:

Τοποθέτηση στην κοιλιακή χώρα ένα ζεστό πανί, μειώνοντας τον πόνο. Λήψη άφθονων υγρών και αποφυγή, καφέ, τσάι, αλκοόλ, τα καυτερά φαγητά  και χυμούς που περιέχουν κιτρικά, έως ότου υφεθούν τα συμπτώματα.

Σαν προληπτικά μέτρα συνιστώνται, η λήψη χυμού cranberry που περιέχει προανθοκυανιδίνες και θεωρείται ότι βοηθάει στην πρόληψη  χωρίς να έχει αποδειχθεί. Λήψη άφθονων υγρών, κυρίως νερό, συχνή εκκένωση της ουροδόχου κύστεως, όταν υπάρχει αίσθηση ούρησης και ποτέ να μην αναβάλλεται. Συχνά μπάνια ή καλύτερα ντους, καθαρισμός της περιοχής μετά την αφόδευση από μπρος προς τα πίσω και αποφυγή χρήσης αποσμητικών των γεννητικών οργάνων. Πλύσιμο της περιοχής των γεννητικών οργάνων με ήπιο τρόπο και εκκένωση της ουροδόχου κύστεως αμέσως μετά την επαφή.

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΕΩΣ

Για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστεως διαβάστε εδώ

ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ

Για την ακράτεια ούρων στους άντρες διαβάστε εδώ 
Για την ακράτεια ούρων στις γυναίκες διαβάστε εδώ

Παθήσεις της Ουρήθρας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ουρήθρα είναι ένας μικρός σωλήνας, μέσω του οποίου αποβάλλονται τα ούρα. Στους άνδρες, το μήκος της ουρήθρας, είναι μεγαλύτερο (14 εκατοστά ) σε σχέσει με εκείνο της γυναίκας ( 4 εκατοστά ).

Στους άνδρες, η ουρήθρα  διαδράμει την κάτω επιφάνεια του πέους και καταλήγει στη βάλανο. Επίσης στους άνδρες μεταφέρεται, μέσω της ουρήθρας, και το σπέρμα. Στη γυναίκα, η ουρήθρα είναι βραχεία και καταλήγει πάνω από την άνω γωνία του κόλπου. Οι παθήσεις της ουρήθρας  οφείλονται στην ηλικία, σε φλεγμονές και σε κακώσεις.

Αυτές περιλαμβάνουν:

1.Στενώματα ουρήθρας

2.Φλεγμονές ουρήθρας

 

Τι μπορούν να προκαλέσουν οι παθήσεις της ουρήθρας;

1.Άλγος κατά την ούρηση

2.Δυσκολία στην ούρηση

3.Αιματουρία

4.Ουρηθρικό έκκριμα ( πύον ή λευκόρευστο υγρό).

 

ΟΥΡΗΘΡΙΤΙΣ

Είναι μια φλεγμονή της ουρήθρας.Υπάρχουν δυο αιτίες που προκαλούν ουρηθρίτιδα.

 

ΟΥΡΗΘΡΙΤΙΔΑ ΑΠΟ ΛΟΙΜΩΞΗ

Μεταδιδόμενη σεξουαλικά και διακρίνεται σε:

Α. Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα

Β. Μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα

Η γονοκοκκική ουρηθρίτις προκαλείται από μικροοργανισμό ,που ονομάζεται γονόκοκκος και είναι αυτός που προκαλεί την γονόρροια.

Η μη γονοκοκκική ουρηθρίτις προκαλείται από μικροοργανισμούς ,όπως τα χλαμύδια trachomatis ή οι τριχομονάδες vaginalis  και μεταδίδονται σεξουαλικά.

 

ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΗ ΟΥΡΗΘΡΙΤΙΣ

Αυτός ο τύπος ουρηθρίτιδας, προκαλείται από τραυματισμό ή ερεθισμό της ουρήθρας. Υπάρχουν άτομα που δεν μπορούν να εκκενώσουν φυσιολογικά την ουρήθρα και χρησιμοποιούν ουροκαθετήρα.

Η συχνή εισαγωγή του ουροκαθετήρα μέσω της ουρήθρας, προκαλεί μικροτραυματισμούς αυτής και ουρηθρίτιδα.

 

ΤΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΘΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΡΗΘΡΙΤΙΔΑ;

Τα συμπτώματα εξαρτώνται από την αιτία της ουρηθρίτιδας. Σε πολλές γυναίκες με ουρηθρίτιδα  δεν εμφανίζονται συμπτώματα. Το 25% περίπου των περιπτώσεων με μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα, δεν εμφανίζει συμπτώματα. Όταν υπάρχουν συμπτώματα, αυτά εμφανίζονται την 4η-14ηημέρα από την έκθεση σε κάποιο μικροοργανισμό. Τέτοια είναι :

1.Εκροή υγρού από την ουρήθρα χρώματος,λευκού, καφέ, πράσινου ή αιματηρού.

2. Άλγος και καύσος  κατά την ούρηση,τα οποία επιδεινώνονται κατά τη διάρκεια του μπάνιου.

3.Το άλγος και ο καύσος εντοπίζονται στο έξω στόμιο της ουρήθρας.

4.Νηγμώδη άλγη ουρήθρας

5.Αίσθημα βάρους στο όσχεο και στους όρχεις

6. Στις γυναίκες ,τα συμπτώματα της ουρηθρίτιδας είναι πιο έντονα κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρήσεως.

7.Μπορεί να υπάρχουν και γενικά συμπτώματα, όπως πυρετός, φρίκια, εφιδρώσεις, ναυτία, ερυθρότης.

 

ΣΤΕΝΩΜΑΤΑ ΟΥΡΗΘΡΑΣ

Η δυσχέρεια αποβολής των ούρων ,οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Ειδικά, η δυσχέρεια αποβολής των ούρων, από την ουροδόχο κύστη μέσω της ουρήθρας ,οφείλεται σε στενώματα της ουρήθρας, δηλαδή σμίκρυνσης του αυλού της ουρήθρας. Στις γυναίκες τα στενώματα είναι σπάνια, ενώ στους άνδρες είναι συχνά. Υπάρχουν διάφορες αιτίες δημιουργίας στενωμάτων της ουρήθρας, οι κυριότερες των οποίων  είναι, κακώσεις ή τραυματισμοί της ουρήθρας από καθετηριασμούς ή ατυχήματα, φλεγμονές από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, χειρουργικές επεμβάσεις μέσω της ουρήθρας και σπανιότατα κακοήθεις παθήσεις της ουρήθρας (καρκίνος). Τα στενώματα του έξω στομίου της ουρήθρας, οφείλονται κυρίως σε τραυματισμό. Επίσης μια άλλη αιτία λιγότερο συχνή είναι οι φλεγμονές της ακροποσθίας όπως ο λειχήνας και η balanitisxerotica.

Τα στενώματα της ουρήθρας διακρίνονται σε δυο βασικές κατηγορίες:

1.Στα στενώματα της πρόσθιας ουρήθρας ( από τον έξω σφιγκτήρα έως το έξω στόμιο της ουρήθρας).

2.Στα στενώματα της οπίσθιας  ουρήθρας ( από την ουροδόχο κύστη έως τον έξω σφιγκτήρα).

 

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Οι άνδρες που πάσχουν από στενώματα ουρήθρας ,περιγράφουν συμπτώματα σχετικά με αδυναμία ικανοποιητικής εκκενώσεως της ουροδόχου κύστεως από τα ούρα, αδύναμη και στενή ακτίνα ούρων. Σπάνια συνοδεύονται από άλγος και αιματουρία.

 

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η διάγνωση των παθήσεων της ουρήθρας ξεκινά με τη λήψη λεπτομερούς ιστορικού, και φυσικής εξετάσεως .Ακολουθεί εργαστηριακός και ακτινολογικός έλεγχος. Ο εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει :

1.Γενική ούρων για την ανίχνευση αιματουρίας ή λοίμωξης

2.Καλλιέργεια ούρων για την αποκάλυψη ουρολοίμωξης ή όχι

3.Καλλιέργεια ουρηθρικού εκκρίματος για ταυτοποίηση μικροοργανισμού όταν υπάρχει,

4. Ανιούσα ουρηθρογραφία ,για να απεικονισθεί η ουρήθρα και το στένωμα της ουρήθρας όταν υπάρχει.

Εικόνα 3.Ουρηθρογραφία, η οποία δείχνει μεγάλο στένωμα ουρήθρα

5. Μέτρηση ροής ούρων, όπου, στα στενώματα, παρατηρείται χαμηλή ροή ούρων .6.Υπερηχογράφημα νεφρών κύστεως ,προστάτη για την αποκάλυψη ή μη παθολογίας και μέτρηση υπολείμματος ούρων .

7.Ουρηθροκυστεοσκόπηση , επισκόπηση υπό όραση όλης της ουρήθρας και εκτίμηση των χαρακτηριστικών όταν υπάρχει στένωμα της ουρήθρας.

 

Εικόνα 4. Μικρού βαθμού στένωμα βολβικής μοίρας της ουρήθρας.

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η θεραπεία των παθήσεων της ουρήθρας είναι αιτιολογική. Στις φλεγμονές της ουρήθρας χορηγούμε αντιβιοτικά με βάσει την καλλιέργεια των ούρων ή του ουρηθρικού εκκρίματος. Πρέπει να ελέγχεται ο, η σύντροφος και αν υπάρχει λοίμωξη να λαμβάνει αγωγή .

Αποφυγή επαφής έως την πλήρη θεραπεία. Να λαμβάνονται προφυλάξεις κατά την σεξουαλική  επαφή. Αν τα συμπτώματα δεν εξαλειφθούν με τη θεραπεία ,τότε απαιτείται επανεξέταση από τον ουρολόγο.

Στα στενώματα της ουρήθρας η θεραπεία εξαρτάται από τον βαθμό και το μήκος του στενώματος.

Όταν το στένωμα είναι μικρού βαθμού, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα στην ούρηση, συνιστάται παρακολούθηση. Τα στενώματα μετρίου και μεγάλου βαθμού, αλλά μικρού μήκους <2 εκατοστών, αντιμετωπίζονται ενδοσκοπικά, προβαίνοντας σε οπτική ουρηθροτομία. Τα μεγάλου βαθμού και μεγάλου μήκους στενώματα αντιμετωπίζονται με πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις.

Στις περιπτώσεις με καρκίνο της ουρήθρας,νπου είναι σπανιότατο,ντότε προβαίνουμε σε μείζονα χειρουργική επέμβαση. Αφαίρεση της ουρήθρας ή ακόμη ριζικότερη χειρουργική  επέμβαση κυρίως στις γυναίκες, αφαιρώντας και την ουροδόχο κύστη.

Εικόνα 5.Ουρηθροπλαστική

Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα

Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ) ή σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις (ΣΜΛ), μεταδίδονται κυρίως με τη σεξουαλική επαφή. Οι οργανισμοί που προκαλούν τις σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες μπορούν να μεταδοθούν από άτομο σε άτομο μέσω του αίματος, του σπέρματος, των κολπικών ή άλλων σωματικών υγρών.

Μερικές από αυτές τις λοιμώξεις μπορεί επίσης να μεταδοθούν χωρίς σεξουαλική επαφή, όπως από τη μητέρα στο βρέφος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του τοκετού, ή μέσω των μεταγγίσεων αίματος ή την χρήση βελόνων.

Ποια είναι τα συνήθη σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα :

1.Γονόρροια

2.Ηπατίτιδα A,Β,C

3. Ερπης γεννητικών οργάνων

4. HIV/AIDS

5. Human papillomavirus (HPV)

6.Χλαμύδια

7.Σύφιλις

8.Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου

Ένα άτομο μπορεί να προσβληθεί ,από κάποιο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, από ανθρώπους που φαίνονται απόλυτα υγιείς και οι οποίοι ,στην πραγματικότητα αγνοούν ότι έχουν μολυνθεί . Πολλά από αυτά τα νοσήματα, δεν προκαλούν συμπτώματα σε όλους τους ανθρώπους και γι’ αυτό οι ειδικοί προτιμούν τον όρο «σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις» και όχι «σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες».

Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ), εμφανίζουν ορισμένα σημεία και συμπτώματα. Γιαυτό μπορεί να περάσουν απαρατήρητα μέχρι να εμφανιστούν επιπλοκές ή να διαγνωστούν στον ερωτικό σύντροφο. Τέτοια είναι :

  • Πληγές ή εξογκώματα στα γεννητικά όργανα ή στη στοματική ή πρωκτική περιοχή
  • Άλγος ή κάψιμο κατά την ούρηση
  • Έκκριση υγρού από την ουρήθρα
  • Κολπικό έκκριμα
  • Ασυνήθιστη κολπική αιμορραγία
  • Επώδυνοι, διογκωμένοι λεμφαδένες, ιδιαίτερα στη βουβωνική χώρα, αλλά και σε πιο απομακρυσμένες περιοχές
  • Άλγος στην κάτω κοιλιακή χώρα
  • Εξάνθημα σε όλο τον κορμό, τα χέρια ή τα πόδια

Η χρονική εκδήλωση αυτών των συμπτωμάτων και σημείων ποικίλει, από μερικές ημέρες έως και χρόνια μετά την έκθεση, εξαρτώμενα από τον παθογόνο οργανισμό. Μπορούν να υποχωρήσουν μέσα σε λίγες εβδομάδες, ακόμα και χωρίς θεραπεία, αλλά μερικές φορές εξελίσσονται με την εμφάνιση επιπλοκών ή και να υποτροπιάσουν.

Σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις μπορούν να προκληθούν από:

  • Βακτήρια (γονόρροια, σύφιλη, χλαμύδια)
  • Παράσιτα (τριχομονάδες)
  • Ιούς (ιός των ανθρωπίνων θηλωμάτων( Κονδυλώματα HPV), έρπης των γεννητικών οργάνων, HIV, ηπατίτιδας)

Η σεξουαλική δραστηριότητα παίζει ρόλο στην εξάπλωση πολλών άλλων μολυσματικών παραγόντων, αν και είναι δυνατό να μεταδοθούν χωρίς σεξουαλική επαφή. Όπως ηπατίτιδα

Α, Β και C, τη σιγκέλλωση, την κρυπτοσποριδίωση και λοίμωξη από Giardialamblia.

Κάθε άτομο με ενεργό ερωτική ζωή που δεν παίρνει προφυλάξεις, είναι σε κάποιο βαθμό εκτεθειμένο σε σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα. Οι Παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο είναι :

  • Σεξουαλική επαφή χωρίς προφύλαξη . Κολπική ή πρωκτική διείσδυση από ένα μολυσμένο σύντροφο χωρίς προφύλαξη, μπορεί να μεταδώσει σε πολύ μεγάλο ποσοστό ορισμένες ασθένειες . Χωρίς προφύλαξη , ένας άνδρας που έχει γονόρροια έχει κατά 70 έως 80 % πιθανότητα να μολύνει τη σύντροφό του με μία μόνο κολπική συνουσία . Το στοματικό σεξ είναι λιγότερο επικίνδυνο, αλλά μπορεί, χωρίς τη χρήση προφυλακτικού ή οδοντικού φράγματος ,να μεταδώσει τη λοίμωξη.   Τα οδοντικά φράγματα είναι λεπτά , τετράγωνα κομμάτια από λάτεξ ή σιλικόνη και εμποδίζουν την επαφή δέρμα με δέρμα .
  • Πολλοί σεξουαλικοί σύντροφοι. Πολλαπλές σεξουαλικές επαφές με διαφορετικούς συντρόφους, αυξάνουν τον κίνδυνο έκθεσης στα μεταδιδόμενα νοσήματα .
  • Η νόσηση από ένα σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα. Αυξάνει τον κίνδυνο και την πιθανότητα προσβολής από άλλο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, αν δεν ληφθούν προφυλακτικά μέτρα .
  • Κατάχρηση αλκοόλ ή χρήση ναρκωτικών. Η κατάχρηση ουσιών μπορεί να αναστείλει την κρίση σας και να είστε πιο πρόθυμοι να συμμετέχετε σε επικίνδυνες συμπεριφορές .
  • Ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικών. Η κοινή χρήση βελόνων μεταδίδει πολλές σοβαρές λοιμώξεις , συμπεριλαμβανομένου του HIV , της ηπατίτιδας Β και της ηπατίτιδας C. Εάν προσβληθείτε από HIV κατά την ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικών μπορείτε να το μεταδώσει σεξουαλικά .
  • Εφηβεία. Τα έφηβα   κορίτσια, λόγω ανώριμου τράχηλου της μήτρας, είναι πιο ευάλωτα στην έκθεση των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων.

Σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες, όπως ομοφυλόφιλοι, μειονότητες και νέοι, οι σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις είναι συνηθέστερες.

Η μετάδοση από τη μητέρα στο βρέφος

Ορισμένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα όπως η γονόρροια , χλαμύδια , ο ιός HIV και η σύφιλη μπορούν να περάσουν από την έγκυο μητέρα στο παιδί της κατά την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό. Τα ΣΜΝ στα βρέφη μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα και μπορούν να αποβούν μοιραία . Όλες οι έγκυες γυναίκες πρέπει να ελέγχονται για αυτές τις λοιμώξεις και να αντιμετωπίζονται.

Η διάγνωση ενός μεταδιδόμενου νοσήματος ,τίθεται με την κλινική εξέταση και τον εργαστηριακό έλεγχο. Ο εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει:

  • Εξετάσεις αίματος. Συγκεκριμένες εξετάσεις αίματος μπορούν να επιβεβαιώσουν τη διάγνωση του ιού HIV ή της σύφιλης σε μεταγενέστερα στάδια.
  • Δείγματα ούρων. Μερικά ΣΜΝ μπορούν να επιβεβαιωθούν με την ανάλυση ενός δείγματος ούρων .
  • Δείγματα υγρών. Εάν έχετε ενεργά έλκη των γεννητικών οργάνων μπορεί να γίνει ανάλυση των υγρών και των δειγμάτων από τις πληγές για να διαγνωστεί ο τύπος της λοίμωξης . Οι εργαστηριακές εξετάσεις των υλικών από έλκη ή των εκκρίσεων των γεννητικών οργάνων χρησιμοποιούνται για την διάγνωση των πιο συχνών σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων σε πρώιμο στάδιο .

 

Προσυμπτωματικός έλεγχος

Ό έλεγχος για μια ασθένεια σε κάποιο άτομο που δεν έχει συμπτώματα ονομάζεται προσυμπτωματικός έλεγχος. Τις περισσότερες φορές,ο προσυμπτωματικός έλεγχος για ΣΜΝ δεν είναι μέρος της ρουτίνας της υγειονομικής περίθαλψης, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις :

  • Όλοι. Μία εξέταση πρόληψης των ΣΜΝ που προτείνεται για όλες τις ηλικίες από 13 έως 64 είναι η εξέταση αίματος ή σάλιου για τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV ), τον ιό που προκαλεί το AIDS. Οι περισσότερες υγειονομικές μονάδες στις Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρουν μια γρήγορη δοκιμασία για το AIDS το αποτέλεσμα της οποίας είναι έτοιμο την ίδια ημέρα.
  • Έγκυες γυναίκες . Έλεγχος για τον HIV, την ηπατίτιδα Β, τα χλαμύδια και τη σύφιλη γενικά λαμβάνει χώρα κατά την πρώτη προγεννητική επίσκεψη για όλες τις έγκυες γυναίκες. Οι εξετάσεις για γονόρροια και ηπατίτιδα C συνιστώνται τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης για τις γυναίκες που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο να προσβληθούν από αυτές τις λοιμώξεις.
  • Γυναίκες ηλικίας 21 ετών και άνω . Συνιστάται το τεστ Παπανικολάου για ανωμαλίες του τραχήλου της μήτρας , συμπεριλαμβανομένης της φλεγμονής, προκαρκινικών αλλαγών και καρκίνου, οι οποίες συχνά προκαλούνται από ορισμένα στελέχη του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV). Οι ειδικοί συστήνουν ότι από την ηλικία των 21 ετών οι γυναίκες θα πρέπει να κάνουν ένα τεστ Παπανικολάου τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια. Ορισμένοι ειδικοί συμβουλεύουν επίσης ότι οι γυναίκες που αρχίζουν να έχουν σεξουαλική επαφή πριν από την ηλικία 21 θα πρέπει να κάνουν ένα τεστ Παπανικολάου εντός τριών ετών από την πρώτη επαφή .
  • Γυναίκες κάτω των 25 ετών που είναι σεξουαλικά ενεργές . Όλες οι σεξουαλικά ενεργές γυναίκες κάτω των 25 ετών θα πρέπει να εξετάζονται για λοίμωξη από χλαμύδια. Η εξέταση για χλαμύδια διενεργείται με δείγμα ούρων ή κολπικού εκκρίματος που μπορείτε να συλλέξετε μόνοι σας. Ορισμένοι ειδικοί συνιστούν επανάληψη του τεστ για χλαμύδια τρεις μήνες αφού είχατε ένα θετικό τεστ και έχετε υποβληθεί σε θεραπεία. Η δεύτερη εξέταση είναι απαραίτητη για να επιβεβαιώσει ότι η λοίμωξη έχει θεραπευτεί, διότι είναι πολύ συχνή η εκ νέου μόλυνση από τον σύντροφο που δεν έλαβε την κατάλληλη θεραπεία. Το να νοσήσει ένα άτομο από χλαμύδια μία φορά δεν το προστατεύει από μελλοντικές εκθέσεις. Μπορεί να προσβληθεί ξανά και ξανά. Γι’ αυτό συνιστάται επανέλεγχος κάθε φορά που γίνεται αλλαγή συντρόφου. Έλεγχος για γονόρροια συνιστάται επίσης σε σεξουαλικά ενεργές γυναίκες κάτω των 25 ετών.
  • Ομοφυλόφιλοι. Σε σύγκριση με άλλες ομάδες, οι άνδρες που έχουν σεξουαλικές σχέσεις με άνδρες διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο να αποκτήσουν κάποιο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Πολλές ομάδες δημόσιας υγείας συνιστούν ετήσια ή και συχνότερη εξέταση για ΣΜΝ για αυτούς τους άνδρες. Τακτικές εξετάσεις για τον ιό του AIDS, τη σύφιλη, τα χλαμύδια και τη βλεννόρροια είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Συνιστάται επίσης αξιολόγηση για τον έρπητα και την ηπατίτιδα Β.
  • Άτομα με AIDS. Άτομα φορείς του ιού HIV, έχουν αυξημένο κίνδυνο να προσβληθούν από άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Οι ειδικοί συστήνουν συχνά εξετάσεις για σύφιλη, βλεννόρροια, χλαμύδια και έρπητα σε άτομα με HIV. Οι γυναίκες με HIV μπορεί να αναπτύξουν επιθετική μορφή καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και γι’ αυτό θα πρέπει να κάνουν το Τεστ Παπανικολάου δύο φορές το χρόνο. Ορισμένοι ειδικοί συνιστούν επίσης τακτικό έλεγχο για λοίμωξη από HPV σε οροθετικούς άνδρες. Αυτοί, εφόσον προσβληθούν από HPV μέσω πρωκτικής επαφής παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο του πρωκτού.

Η έγκαιρη θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη των επιπλοκών των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. Δεδομένου ότι πολλοί άνθρωποι στα πρώτα στάδια μιας ΣΜΛ δεν βιώνουν συμπτώματα, ο προσυμπτωματικός έλεγχος είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την πρόληψη των επιπλοκών.

Πιθανές επιπλοκές περιλαμβάνουν:

  • Έλκη ή εξογκώματα οπουδήποτε στο σώμα
  • Υποτροπιάζοντα έλκη των γεννητικών οργάνων
  • Γενικευμένο δερματικό εξάνθημα
  • Πόνος κατά τη συνουσία
  • Πόνος, ερυθρότητα και οίδημα του οσχέου
  • Πυελικός πόνος
  • Απόστημα στη βουβωνική χώρα
  • Φλεγμονή του οφθαλμού
  • Αρθρίτιδα
  • Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου
  • Υπογονιμότητα
  • Καρκίνος του τραχήλου
  • Άλλες μορφές καρκίνου, συμπεριλαμβανομένων του λεμφώματος που συνδέεται με λοίμωξη από HIV και του καρκίνου του ορθού και του πρωκτού που σχετίζεται με HPV
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις συμβαίνουν σε προχωρημένη λοίμωξη από HIV
  • Μετάδοση της λοίμωξης από τη μητέρα στο έμβρυο η οποία προκαλεί σοβαρές γενετικές ανωμαλίες.

Οι ΣΜΛ που προκαλούνται από βακτήρια είναι γενικά πιο εύκολο να θεραπευτούν. Αντίθετα οι ιογενείς λοιμώξεις μπορούν να αντιμετωπιστούν αλλά δεν θεραπεύονται πάντα. Εάν είστε έγκυος και έχετε ένα ΣΜΝ , η έγκαιρη θεραπεία μπορεί να αποτρέψει ή να μειώσει τον κίνδυνο της μόλυνσης του μωρού σας . Η θεραπεία συνήθως αποτελείται από ένα από τα ακόλουθα , ανάλογα με τη μόλυνση .

  • Αντιβιοτικά. Κατάλληλα αντιβιοτικά χορηγούνται για τη θεραπεία των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων από βακτήρια και παράσιτα, όπως γονόρροια, σύφιλη, χλαμύδια και τριχομονάδες .

  • Αντιϊκά φάρμακα . Χορηγούνται στα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα που οφείλονται σε Ιούς,όπως AIDS,Έρπης, HPV

Κοινοποίηση στον σύντροφο και προληπτική θεραπεία

Αν οι εξετάσεις δείξουν ότι έχετε ένα ΣΜΝ , πρέπει να ενημερώθουν όλοι οι ερωτικοί σύντροφοι που είχατε κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών μηνών ή του τελευταίου έτους , έτσι ώστε να μπορέσουν να ελεγχθούν, εάν έχουν μολυνθεί και να αντιμετωπιστούν. Κάθε χώρα έχει διαφορετικές ρυθμίσεις, αλλά στα περισσότερα απαιτείται να αναφέρονται ορισμένες σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις στην τοπική ή κρατική υπηρεσία υγείας . Οι δημόσιες υπηρεσίες υγείας απασχολούν συχνά εξειδικευμένο προσωπικό που μπορούν να βοηθήσουν με την κοινοποίηση στους ερωτικούς συντρόφους και την παραπομπή για κατάλληλη θεραπεία.

Η επίσημη, εμπιστευτική κοινοποίηση των ερωτικών συντρόφων περιορίζει αποτελεσματικά την εξάπλωση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων , ιδιαίτερα της σύφιλης και του AIDS. Καθώς επίσης, τα άτομα που κινδυνεύουν κατευθύνονται προς την κατάλληλη παροχή συμβουλών θεραπείας . Και δεδομένου ότι μπορεί να μολυνθείτε από κάποιο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα περισσότερο από μία φορά , η κοινοποίηση του ερωτικού συντρόφου μειώνει τον κίνδυνο αναμόλυνσης .

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να αποφευχθεί ι ή να μειωθεί ο κίνδυνος μετάδοσης των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων.

  • Αποχή. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να αποφευχθεί η μετάδοση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων είναι η αποχή από το σεξ .
  • Παραμονή με 1 υγιή σύντροφο. Ένας άλλος αξιόπιστος τρόπος για την αποφυγή μετάδοσης σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων είναι να μείνετε σε μια μακροχρόνια αμοιβαία μονογαμική σχέση με έναν σύντροφο που δεν έχει μολυνθεί.
  • Εμβολιασμός. Ο έγκαιρος εμβολιασμός, πριν από τη σεξουαλική έκθεση , είναι επίσης αποτελεσματικός στην πρόληψη ορισμένων τύπων σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων . Υπάρχουν εμβόλια διαθέσιμα για την πρόληψη δύο ιογενών σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων που μπορούν να προκαλέσουν καρκίνο – τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων ( HPV ) , της ηπατίτιδας Α και ηπατίτιδας Β. Τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων συνιστούν τον εμβολιασμό για HPV για τα κορίτσια και τα αγόρια ηλικίας 11 και 12 ετών. Αν δεν έχουν εμβολιαστεί πλήρως στις ηλικίες 11 και 12 , συνιστάται ο εμβολιασμός μέχρι την ηλικία των 26 ετών. Τό εμβόλιο της ηπατίτιδας Β δίδεται συνήθως σε νεογνά .
  • Αναμονή και έλεγχος. Αποφύγετε την κολπική και πρωκτική επαφή με νέους συντρόφους, μέχρι να έχετε και οι δύο ελεγχθεί για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα . Το στοματικό σεξ είναι λιγότερο επικίνδυνο , αλλά χρησιμοποιείστε ένα προφυλακτικό από λατέξ ή οδοντικό φράγμα για να αποφύγετε την άμεση επαφή μεταξύ των βλεννογόνων του στόματος και των γεννητικών οργάνων. Λάβετε υπόψη ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη εξέταση για τους άνδρες που να ανιχνεύει τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων ( HPV ), και δεν υπάρχει καλό τεστ προσυμπτωματικού ελέγχου για τον έρπητα των γεννητικών οργάνων , έτσι μπορεί να μην γνωρίζετε ότι έχετε μολυνθεί έως ότου να έχετε συμπτώματα. Είναι επίσης δυνατό να έχετε μολυνθεί με ένα ΣΜΝ το οποίο στην παρούσα φάση να δίνει αρνητικά αποτελέσματα στον έλεγχο .
  • Χρησιμοποιήστε προφυλακτικά και οδοντικά φράγματα σωστά και με συνέπεια. Χρησιμοποιήστε ένα νέο προφυλακτικό λατέξ ή οδοντικό φράγμα για κάθε σεξουαλική πράξη , είτε από του στόματος , του κόλπου ή του πρωκτού. Ποτέ μην χρησιμοποιείτε ένα λιπαντικό με βάση το λάδι, όπως βαζελίνη, μαζί με προφυλακτικό ή οδοντικό φράγμα . Λάβετε υπόψη ότι ενώ τα προφυλακτικά μειώνουν τον κίνδυνο έκθεσης στα περισσότερα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα , παρέχουν ένα μικρότερο βαθμό προστασίας για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα που αφορούν εκτεθειμένα έλκη των γεννητικών οργάνων , όπως έναντι του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων ( HPV) ή του έρπητα . Επίσης, άλλες μορφές αντισύλληψης , όπως λήψη αντισυλληπτικών δισκίων ή ενδομήτριες συσκευές , δεν προστατεύουν από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα .
  • Μην καταναλώνετε υπερβολική ποσότητα αλκοόλ ή κάνετε χρήση ναρκωτικών . Αν είστε υπό την επήρεια ουσιών, έχετε περισσότερες πιθανότητες να προσβληθείτε από ΣΜΝ.
  • Αποφύγετε το ανώνυμο, περιστασιακό σεξ. Μην ψάχνετε για συντρόφους στο διαδίκτυο ή σε μέρη που προσφέρεται περιστασιακό σεξ. Μη γνωρίζοντας το σεξουαλικό σύντροφο σας αυξάνει τον κίνδυνο μιας πιθανής έκθεσης σε ένα ΣΜΝ.
  • Επικοινωνήστε. Πριν από κάθε σοβαρή σεξουαλική δραστηριότητα συζητήστε με το σύντροφό σας για το πώς θα έχετε ασφαλέστερο σεξ . Ρυθμίστε εξαρχής ποιές δραστηριότητες επιτρέπονται και ποιες όχι .
  • Διδάξτε το παιδί σας. Η έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας σε νεαρή ηλικία αυξάνει τον αριθμό των ερωτικών συντρόφων ενός ατόμου και, ως εκ τούτου , τον κίνδυνο έκθεσης στα ΣΜΝ. Βιολογικά , τα νεαρά κορίτσια είναι πιο επιρρεπή σε λοιμώξεις. Ενώ δεν μπορείτε να ελέγξετε τις ερωτικές δραστηριότητες του παιδιού σας, μπορείτε να το βοηθήσετε να καταλάβει τους κινδύνους της σεξουαλικής δραστηριότητας και ότι είναι καλύτερο να περιμένουν για να κάνουν σεξ .
  • Σκεφθείτε την ανδρική περιτομή. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η ανδρική περιτομή μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο να προσβληθεί ένας άνδρας από τον HIV,από μία φορέα ( ετεροφυλοφιλική μετάδοση ) κατά 50 έως 60 τοις εκατό. Η περιτομή μπορεί επίσης να βοηθήσει στην πρόληψη της μετάδοσης του ιού HPV των γεννητικών οργάνων και του έρπητα των γεννητικών οργάνων.
  • Σκεφθείτε το φάρμακο Truvada. Τον Ιούλιο του 2012, η ​​Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων ( FDA ) ενέκρινε τη χρήση του φαρμάκου Truvada (συνδυασμός σταθερής δόσης emtricitabine / tenofovirdisoproxilfumarate) για να μειώσει τον κίνδυνο των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων μολύνσεων από HIV σε άτομα που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο . Το Truvada, επίσης, χρησιμοποιείται στη θεραπεία του HIV μαζί με άλλα φάρμακα .

Όταν χρησιμοποιείται για να βοηθήσει στην πρόληψη της λοίμωξης από τον HIV, το Truvada είναι κατάλληλη μόνο εάν ο γιατρός σας είναι βέβαιος ότι δεν έχετε ήδη AIDS ή ηπατίτιδα Β. Το φάρμακο πρέπει να λαμβάνεται καθημερινά, όπως ακριβώς προβλέπεται και θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε συνδυασμό με άλλες στρατηγικές, όπως η χρήση προφυλακτικών σε κάθε ερωτική πράξη .

Το Truvada δεν είναι για όλους. Αν σας ενδιαφέρει το Truvada, μιλήστε με το γιατρό σας σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους και τα οφέλη και αν είναι κατάλληλο για εσάς .

Είναι τραυματικό το να μάθετε ότι πάσχετε από ένα ΣΜΝ. Ίσως να είστε θυμωμένος, αν αισθάνεστε ότι έχετε προδοθεί ή αν νιώθετε ντροπή ή αν υπάρχει μια πιθανότητα να έχουν μολυνθεί άλλοι. Στη χειρότερη περίπτωση, ένα ΣΜΝ μπορεί να προκαλέσει μια χρόνια νόσο και θάνατο, ακόμη και με την καλύτερη αντιμετώπιση στον κόσμο. Μεταξύ αυτών των δύο άκρων υπάρχει μια σειρά από άλλες πιθανές καταστάσεις όπως η εμπιστοσύνη μεταξύ των συντρόφων, τα σχέδια για απόκτηση απογόνων και η χαρούμενη και σωστή έκφρασή της σεξουαλικότητάς.

Να πως μπορείτε να το αντιμετωπίσετε:

  • Αποφύγετε τον εύκολο καταλογισμό ευθυνών. Μην καταλήγετε βιαστικά στο συμπέρασμα ότι ο σύντροφός σας είναι άπιστος. Ένας (ή και οι δύο) από εσάς μπορεί να έχετε μολυνθεί από έναν προηγούμενο σύντροφο.
  • Να είστε ειλικρινείς με τους εργαζομένους της υγειονομικής περίθαλψης. Η δουλειά τους δεν είναι να σας κρίνουν, αλλά να σταματήσει η εξάπλωση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. Ό, τι τους πείτε θα παραμείνει εμπιστευτικό.
  • Επικοινωνήστε με το τμήμα υγείας σας. Αν και δεν μπορούν να έχουν το προσωπικό και τους πόρους ώστε να προσφέρουν ολοκληρωμένες υπηρεσίες, οι τοπικές υπηρεσίες υγείας διατηρούν προγράμματα που παρέχουν εμπιστευτικό έλεγχο και θεραπεία έναντι των ΣΜΝ και υποστήριξη των ερωτικών συντρόφων.

Λιθίαση Ουροποιητικού Συστήματος

Τι είναι η ουρολιθίαση;

Με τον όρο ουρολιθίαση εννοούμε την παρουσία λιθιάσεως στους νεφρούς,τους ουρητήρες και στην ουροδόχο κύστη. Η λιθίαση του ουροποιητικού ιστορικά, ανακαλύφθηκε πρώτη φορά στις Αιγυπτιακές μούμιες.

Κάθε χρόνο, στις Ηνωμένες Πολιτείες, προσέρχονται στα επείγοντα εξωτερικά ιατρεία για πρώτες βοήθειες, λόγω κολικού του νεφρού που προκαλείται από λιθίαση, πάνω από 500000 Αμερικανοί πολίτες. Η αιτιολογία είναι πολυπαραγοντική και συσχετίζεται ισχυρά με τη διατροφή και τον τρόπο ζωής.   Πιστεύεται, πώς 1 στους 10 πολίτες, σε κάποια φάση της ζωής τους, θα αναπτύξουν νεφρολιθίαση. Στο τέλος της 10ετίας του1970 το ποσοστό νεφρολιθιάσεως στον γενικό πληθυσμό ανήρχετο στο 4% περίπου, ενώ στο τέλος της 10ετίας του 1990 αυξήθηκε στο 5% και συνεχίζει να αυξάνεται. Η ηλικία μεταξύ 20-50 ετών παρουσιάζει την μεγαλύτερη αύξηση λιθιάσεως. Στις ΗΠΑ, 1 στους 1000 κατοίκους θα νοσηλευθεί για λιθίαση του ουροποιητικού συστήματος και παρατηρείται μεγαλύτερη επίπτωση στους λευκούς σε σύγκριση με τους αφροαμερικανούς, σε ότι αφορά δε το φύλο μεγαλύτερη συχνότητα στους άνδρες από τις γυναίκες.

Άλλες παθήσεις, που μπορεί να αυξήσουν την δημιουργία νεφρολιθιάσεως, είναι η υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης, η χρόνια διάρροια, η οστεοπόρωση και η λήψη εξ αυτού ασβεστίου από του στόματος, η παχυσαρκία και οι κύστεις στους νεφρούς. Ο σακχαρώδης διαβήτης αυξάνει την ανάπτυξη νεφρολιθιάσεως στις νέες γυναίκες κυρίως. Στις περιπτώσεις με οικογενειακό ιστορικό, ανάπτυξη νεφρολιθιάσεως παρατηρείται στο 25% μόνον. Η βαριατρική χειρουργική, που στοχεύει στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, έχει επιπτώσεις στην ανάπτυξη νεφρολιθιάσεως, λόγω μεταβολικών διαταραχών που επισυμβαίνουν, όπως η αύξηση των οξαλικών αλάτων στον οργανισμό. Στις ΗΠΑ, η πιθανότητα ανάπτυξης   νεφρολιθιάσεως στον γενικό πληθυσμό ανέρχεται στο 10%. Επίσης η ανάπτυξη λιθιάσεως του ανώτερου ουροποιητικού είναι συχνότερη στις ΗΠΑ από τις άλλες δυτικές χώρες και αποδίδεται στην υπερβολική κατανάλωση πρωτεϊνών. Η επίπτωση στους άνδρες ανάπτυξης λιθιάσεως σε κάποια φάση της ζωής τους, ανέρχεται στο 20%, ενώ στις γυναίκες στο 5-10%. Υποτροπή της νεφρολιθιάσεως παρατηρείται στο 15% ανά έτος, ενώ στην 5ετία στο 50% από την πρώτη εμφάνιση νεφρολιθιάσεως.

Πως δημιουργείται η ουρολιθίαση;

Οποιαδήποτε ανατομική ή λειτουργική ανωμαλία ,που παρεμποδίζει την ελεύθερη ροή των ούρων και προκαλεί στάση ή μειωμένη παραγωγή και αποβολή ούρων, όπως η αφυδάτωση ή η μειωμένη πρόσληψη υγρών, αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης λιθιάσεως του ουροποιητικού συστήματος. Η μειωμένη ροή των ούρων, είναι ο πιο σημαντικός παράγων ανάπτυξης νεφρολιθιάσεως και εκεί πρέπει να επικεντρώνεται το ενδιαφέρον των ειδικών για να προλαμβάνουν τις υποτροπές της λιθιάσεως. Επίσης, μεταβολικές διαταραχές, όπως αυξημένη αποβολή ασβεστίου ,οξαλικών, ουρικού οξέος, κυστίνης στα ούρα καθώς και μειωμένα επίπεδα κιτρικών αλάτων προδιαθέτουν στην δημιουργία λιθιάσεως.

Ποιοι παράγοντες συμβάλλουν στην ανάπτυξη ουρολιθιάσεως;

Το φύλο: Στους άνδρες η επίπτωση νεφρολιθιάσεως είναι 3 φορές μεγαλύτερη από τις γυναίκες .Αυτή η διαφορά οφείλεται στο γεγονός ότι, οι γυναίκες εκκρίνουν περισσότερα κιτρικά άλατα και λιγότερα άλατα ασβεστίου από τους άνδρες στα ούρα και έτσι εξηγείται, εν μέρει, η υψηλή επίπτωση στους άνδρες.

Εθνικότητα: Η ουρολιθίαση στους ιθαγενείς Αμερικανούς, τους Αφρικανούς, τους Αφρικανούς Αμερικανούς και τους Ισραηλίτες, είναι σπάνια.

Οικογενειακό ιστορικό: Ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό λιθιάσεως, παράγουν μεγάλες ποσότητες βλεννοπρωτεινών στους νεφρούς και την ουροδόχο κύστη, επιτρέποντας την εναπόθεση κρυστάλλων και τον σχηματισμό λιθιάσεως. Το 25% των λιθιασικών ασθενών, έχουν οικογενειακό ιστορικό λιθιάσεως. Τα αίτια της οικογενούς λιθιάσεως, περιλαμβάνουν, απορροφητική υπερασβεστιουρία (αυξημένη απορρόφηση ασβεστίου από το γαστρεντερικό σωλήνα), αυξημένη αποβολή ασβεστίου από τους νεφρούς, αυξημένη αποβολή ουρικού οξέος στα ούρα και αυξημένα επίπεδα στο αίμα, κυστινουρία, νεφρική σωληναριακή οξέωση και πρωτοπαθή υπεροξαλουρία. Όλα τα παραπάνω, αποτελούν μεταβολικές παθήσεις, με χαρακτηριστικό την αυξημένη αποβολή από τα ούρα αλάτων, όπως ασβεστίου, κυστίνης, οξαλικών, ουρικών, φωσφόρου και τη δημιουργία λιθιάσεως.

Ιατρικό ιστορικό: Στις αιτίες πρέπει να προστεθούν παθήσεις όπως, πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός και αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στον ορό, παθήσεις του γαστρεντερικού σωλήνα που οδηγούν σε χρόνια διάρροια και αφυδάτωση και εκτομή του εντέρου και προδιάθεση σε εντερική υπεροξαλουρία και υποκιτρακουρία. Ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα (ποδάγρα), μπορεί να αναπτύξουν ουρική λιθίαση ή μεικτή λιθίαση. Ασθενείς με ιστορικό ουρολοιμώξεων, είναι επιρρεπείς σε νεφρολιθίαση, λόγω διάσπασης της ουρίας από τα μικρόβια.

Διατροφικές συνήθειες:Η μειωμένη πρόσληψη υγρώ, κυρίως κατά τους θερινούς μήνες και η αφυδάτωση μπορούν να οδηγήσουν σε δημιουργία νεφρολιθιάσεως. Ορισμένες διατροφικές συνήθειες όπως, η λήψη υπερβολικών ποσοτήτων νατρίου, οξαλικών, λιπαρών τροφών, πρωτεϊνών ανεπεξέργαστων υδατανθράκων και βιταμίνης C, αυξάνουν τον κίνδυνο δημιουργίας λιθιάσεως. Η λήψη επίσης φρούτων μειωμένης περιεκτικότητας σε κιτρικά μπορεί να προδιαθέσει σε δημιουργία λιθιάσεως.

Περιβαλλοντικοί παράγοντες:Η λήψη νερού υψηλής περιεκτικότητας σε μέταλλα, αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης νεφρολιθιάσεως. Επίσης, σημαντικό ρόλο στη δημιουργία ουρολιθιάσεως παίζει το κλίμα. Στα θερμά κλίματα όπως στις τροπικές χώρες, παρατηρείται αυξημένη επίπτωση λιθιάσεως. Σε γεωγραφικές περιοχές, όπως οι ορεινές, οι ερημικές στις ΗΠΑ, στα Βρετανικά νησιά, στις Σκανδιναβικές χώρες ,στις μεσογειακές χώρες, στη βόρεια Ινδία, στο Πακιστάν, στη βόρεια Αυστραλία, στην κεντρική Ευρώπη και στην Κίνα, η πιθανότητα σχηματισμού ουρολιθιάσεως, είναι μεγαλύτερη έναντι άλλων γεωγραφικών περιοχών. Αύξηση λιθιάσεως στην ουροδόχο κύστη, παρατηρείται στις υπανάπτυκτες χώρες και συσχετίζεται με τον υποσιτισμό.

Φάρμακα: Η λήψη ορισμένων φαρμάκων, όπως οι θειαζίδες για την υπέρταση, η εφεδρίνη, φάρμακα σε ανοσοκατασταλμένους ή που πάσχουν από AIDS όπως η ινδιναβίρη και η αλλοπουρινόλη για το ουρικό οξύ, αυξάνουν τον κίνδυνο νεφρολιθιάσεως.

Επαγγέλματα: Σε ορισμένα επαγγέλματα, που η λήψη υγρών ή η απώλεια είναι μεγάλη, όπως στη βιομηχανία με υψηλές θερμοκρασίες και οι μάγειροι, έχουν αυξημένο κίνδυνο σχηματισμού λιθιάσεως .

Συμπτώματα

Τα συμπτώματα εξαρτώνται από την εντόπιση του λίθου και ποικίλλουν. Γενικά μπορεί να εμφανίζεται με κολικό του νεφρού ή του ουρητήρα, ουρολοίμωξη, μικροσκοπική ή μακροσκοπική αιματουρία, πλάγιο κοιλιακό ή άλγος οσφύος .

Διάγνωση

Η διάγνωση της ουρολιθιάσεως τίθεται με απεικονιστικό, εργαστηριακό και μεταβολικό έλεγχο.

1.Ακτινολογικός: Μία απλή ακτινογραφία των νεφρών των ουρητήρων και της ουροδόχου κύστεως, μπορεί να θέσει τη διάγνωση της λιθιάσεως(εικόνα 1) .

Το επόμενο διαγνωστικό βήμα είναι ο υπερηχοτομογραφικός έλεγχος (εικόνα2).

 

 

Εικόνα 1: Απλή ακτινογραφία νεφρών, ουρητήρων, ουροδόχου κύστεως (Ν.Ο.Κ), δείχνει ευμεγέθη λιθίαση αριστερού νεφρού.

 

Εικόνα 2: Ο υπερηχογραφικός έλεγχος δείχνει ευμεγέθη λίθο στον αριστερό νεφρό.

Είναι μία απλή, ανώδυνη και υψηλής διαγνωστικής αξίας εξέταση. Μπορεί να αποκαλύψει και να εντοπίσει τον λίθο και να αναδείξει, αν υπάρχει, απόφραξη του ανώτερου ουροποιητικού συστήματος.

Η υπολογιστική τομογραφία, αποτελεί μια από τις πλέον αξιόπιστες απεικονιστικές διαγνωστικές μεθόδους, η οποία μπορεί να αποκαλύψει και μικρού μεγέθους λιθίαση στο ουροποιητικό σύστημα ( εικόνα 3).

 

Εικόνα 3: Υπολογιστική τομογραφία που δείχνει λίθο στην αρχή του δεξιού ουρητήρα και σύστοιχη υδρονέφρωση.

 

Εικόνα 4: Υπολογιστική τομογραφία, η οποία δείχνει λιθίαση και στους δυο νεφρούς, δεξιά υδρονέφρωση και παρουσία περινεφρικού υγρού.

 

Η ενδοφλέβιος πυελογραφία, είναι μία παλαιά, αλλά μεγάλης διαγνωστικής αξίας απεικονιστική μέθοδος, η οποία μπορεί να αποκαλύψει λιθίαση και απόφραξη σε οποιοδήποτε σημείο του ουροποιητικού συστήματος(εικόνα 5).

 

Εικόνα 5:Ενδοφλέβιος πυελογραφία στην οποία ο λίθος είναι δυσδιάκριτος.

2.Αιματολογικός έλεγχος: Ο αιματολογικός έλεγχος, μπορεί να αποκαλύψει αυξημένα επίπεδα ασβεστίου ή ουρικού οξέος , στοιχεία τα οποία μπορεί να προκαλέσουν νεφρολιθίαση.

3. Μεταβολικός έλεγχος ούρων 24ώρου: Συλλέγονται τα ούρα 24ώρου και προσδιορίζονται ποσοτικά τα μεταλλικά στοιχεία και άλατα, υπεύθυνα σχηματισμού λιθιάσεως, καθώς και ουσίες αναστολής λιθιάσεως όπως τα κιτρικά άλατα.

4.Χημική ανάλυση λίθου: Η χημική ανάλυση του αποβληθέντος λίθου προσδιορίζει τη σύσταση του λίθου, και μπορεί να λάβει μέτρα πρόληψης της λιθιάσεως.

Θεραπεία

Η θεραπεία της λιθιάσεως εξαρτάται, από το μέγεθος του λίθου, την σύσταση του λίθου και την αιτία.

Μικροί λίθοι: Οι μικροί λίθοι που εντοπίζονται στο νεφρό ή στον ουρητήρα, αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Συνιστάται λήψη άφθονων υγρών ( 2,5 -3 λίτρα νερό το 24ωρο). Εάν είναι συμπτωματικοί, τότε χορηγείται και φαρμακευτική αγωγή, όπως αντιφλεγμονώδη ή σπασμολυτικά, για την ανακούφιση από τον πόνο. Επίσης στους λίθους του ουρητήρα ,μπορεί να χορηγηθεί επιπλέον φαρμακευτική αγωγή, όπως <Άλφα αναστολείς>, για να διευκολύνουν την αποβολή του λίθου. Οι μικροί λίθοι <7 χιλιοστών συνήθως αποβάλλονται αυτόματα και δεν απαιτείται καμμιά χειρουργική παρέμβαση.

Λίθοι μεγάλου μεγέθους: Λίθοι μεγάλου μεγέθους >8 χιλιοστών ,που δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν συντηρητικά, είτε γιατί δεν μπορούν να αποβληθούν λόγω μεγέθους ή προκαλούν συμπτώματα όπως απόφραξη και βλάβη στον νεφρό, αιματουρία ή ουρολοίμωξη, απαιτούν κάποιας μορφής χειρουργική επέμβαση.

Μορφές θεραπευτικής παρέμβασης.

Τέτοιες είναι :

1.Η εξωσωματική λιθοθρυψία ( ESWL). Συνιστάται για τους μικρού μετρίου μεγέθους λίθους που εντοπίζονται στον νεφρό και στον ουρητήρα .Είναι μία αναίμακτη μέθοδος, σχεδόν ανώδυνη και η αποτελεσματικότητα ανέρχεται στο 60-70%. Μπορεί να προκληθεί κολικός κατά τη διάρκεια αποβολής των λιθιασικών συγκριμάτων ή αιματουρία. Μείζονα επιπλοκή που μπορεί να προκληθεί,είναι η περινεφρική αιμορραγία.

2.Η διαδερμική νεφρολιθοτομή ( PCNL). Είναι χειρουργική μέθοδος και χρησιμοποιείται όταν έχει αποτύχει η εξωσωματική λιθοθρυψία ή ο λίθος είναι μεγάλου μεγέθους. Υπό γενική αναισθησία επιχειρείται παρακέντηση του νεφρού και από την δίοδο που δημιουργείται με κατάλληλα εργαλεία προβαίνουμε σε κατακερματισμό του λίθου και αφαίρεση των λιθιασικών συγκριμάτων. Η αποτελεσματικότητα ανέρχεται στο 70-80%. Ο ασθενής παραμένει 2-3 ημέρες νοσηλευόμενος και εξέρχεται.

3.Ουρητηροσκόπηση. Υπο γενική αναισθησία ,εισάγεται το ουρητηροσκόπιο στον ουρητήρα και μπορεί να προωθηθεί μέχρι τον νεφρό. Εντοπίζεται ο λίθος και θρυμματίζεται με τη χρήση ακτίνων LaserHolmiumή ηλεκτρουδραυλικών κυμάτων ή αφαιρείται ο λίθος με λιθολαβίδα. Ο ασθενής παραμένει μια ημέρα και εξέρχεται.

4.Ανοικτή χειρουργική επέμβαση. Η ανοικτή χειρουργική επέμβαση ενδείκνυται, στις περιπτώσεις που αποτύχουν όλες οι άλλες μέθοδοι και αφορά περίπου το 4% της ουρολιθιάσεως.

5.Χειρουργική αφαίρεση παραθυρεοειδών αδένων. Όταν διαπιστούται υπερπαραθυρεοειδισμός ,τότε επιβάλλεται η χειρουργική αφαίρεση των παραθυρεοειδών αδένων. Με την αφαίρεση των αδένων, αποκαθίστανται στο φυσιολογικό τα επίπεδα του ασβεστίου στον ορό.

Πρόληψή λιθιάσεως

Διατροφή

Η πρόληψη της νεφρολιθιάσεως, είναι συνδυασμός αλλαγής τρόπου ζωής και φαρμακευτικής αγωγής. Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής περιλαμβάνουν:

  1. Λήψη άφθονων υγρών.Όταν υπάρχει ιστορικό νεφρολιθιάσεως, τότε συστήνεται στον ενδιαφερόμενο η παραγόμενη ποσότητα ούρων το 24ωρο να υπερβαίνει τα 2,5 λίτρα. Αυτό επιτυγχάνεται με λήψη άφθονων υγρών , πάνω από 2,5 με 3 λίτρα. Επίσης, αυτοί που ζούνε σε θερμά κλίματα ή ασκούνται ή κατά τους θερινούς μήνες, πρέπει να αυξάνουν την ποσότητα των προσλαμβανομένων υγρών. Ένας τρόπος αξιόπιστος καλής ενυδάτωσης είναι , όταν τα ούρα είναι ανοιχτόχρωμα και διαυγή. Επίσης μπορεί κάποιος να προμηθευθεί ταινίες μέτρησης του ειδικού βάρους των ούρων. Όταν το ειδικό βάρος των ούρων είναι στο 1010 τότε η ενυδάτωση κρίνεται ικανοποιητική.
  2. Προσαρμογή διατροφής. Αν υπάρχει προδιάθεση δημιουργίας λιθιάσεως από οξαλικό ασβέστιο, τότε η διατροφική σύσταση αφορά  στον περιορισμό τροφών που περιέχουν οξαλικά.Τέτοιες είναι τα γεώμηλα (παντζάρια), μπάμιες, σπανάκι, ξηροί καρποί, σοκολάτα, προϊόντα σόγιας, γλυκοπατάτες, καρύδια και τσάι.
  3. Περιορισμός σε πρωτεΐνες και αλάτι.Όσοι πάσχουν από νεφρολιθίαση ή έχουν λιθιασική προδιάθεση, πρέπει να περιορίσουν τις ζωικές πρωτεΐνες και το αλάτι στο ελάχιστο και να τις αντικαταστήσουν με φυτικές πρωτεΐνες.

Φαρμακευτική πρόληψη

Στην πρόληψη της νεφρολιθιάσεως και των υποτροπών αυτής, χρησιμοποιούνται διάφορες φαρμακευτικές ουσίες ,οι οποίες περιορίζουν σε μεγάλο βαθμό τον σχηματισμό λιθιάσεως και τις υποτροπές, αποκαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό τις μεταβολικές ανισορροπίες στη σύσταση των ούρων.

Στην αυξημένη αποβολή ασβεστίου στα ούρα ,που οφείλεται σε μειωμένη απορρόφηση από τους νεφρούς, μπορούμε να χορηγήσουμε θειαζίδες και να μειώσουμε την αποβολή του ασβεστίου και τις πιθανότητες σχηματισμού λιθιάσεως. Επίσης μπορούμε να προσθέσουμε κιτρικό κάλιο, αποτρέποντας τον κορεσμό των ούρων με άλατα ασβεστίου.

Στην αυξημένη αποβολή ουρικού οξέος και την ουρική λιθίαση ,που οφείλεται σε αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα, χορηγούμε αλλοπουρινόλη 300 mg /ημερησίως. Όταν υπάρχει και ουρική λιθίαση προσθέτουμε και αλκαλοποιητικό παράγοντα .Ο συνδυασμός αυτών των δυο μπορεί να επιτύχει σε μεγάλο βαθμό τη διάλυση της ουρικής λιθιάσεως .

Στην φλεγμονώδη λιθίαση, για να περιορίσουμε τις υποτροπές της λιθιάσεως , πρέπει να διατηρούνται τα ούρα άσηπτα. Αυτό επιτυγχάνεται με τη μακροχρόνια χορήγηση αντιβιοτικών σε χαμηλές δόσεις.

Στην λιθίαση που οφείλεται σε αυξημένη αποβολή οξαλικών αλάτων, χορηγούμε ασβέστιο 500 mgημερησίως από του στόματος, ώστε να μειώσουμε την απορρόφηση των οξαλικών από το έντερο και έτσι περιορίζονται οι πιθανότητες σχηματισμού λιθιάσεως.

Για τη λιθίαση από κυστίνη, εκτός από λήψη άφθονων υγρών ( >3λίτρα /24ωρο), συνιστάται και η λήψη αλκαλοποιητικού παράγοντα .Η θεραπεία της λιθιάσεως από κυστίνη είναι όμως πολύ δύσκολη.

Η δοσολογία του αλκαλοποιητικού παράγοντα ( κιτρικό κάλιο),εξαρτάται από το PΗ των ούρων .Το ιδανικό PH των ούρων , για να επιτευχθεί η μέγιστη διαλυτική ικανότητα του αλκολοποιητικού παράγοντα, πρέπει να κυμαίνεται περίπου μεταξύ 6,5-7. Στη λιθίαση της κυστίνης επιδιώκεται αύξηση του PHκαι πάνω από 7, για να αυξηθεί η διαλυτική ικανότητα των αλκαλοποιητικών παραγόντων, διότι οι λίθοι από κυστίνη είναι δυσδιάλυτοι. Επίσης χορηγούμε, σε δεύτερο χρόνο ,αν η αλκαλοποίηση δεν αποδώσει , την καπτοπρίλη σε 75-150 mg/ ημερησίως, η οποία μειώνει τα επίπεδα της κυστίνης στα ούρα. Χρειάζεται στενή παρακολούθηση, γιατί έχει παρενέργειες.